Ένα νέο ψηφιακό εργαλείο αξιοποιεί η δημόσια διοίκηση για την επεξεργασία ενστάσεων που σχετίζονται με οχήματα. Η τεχνητή νοημοσύνη θα λειτουργεί ως υποστηρικτικός μηχανισμός αξιολόγησης φακέλων, χωρίς ωστόσο να υποκαθιστά την τελική διοικητική κρίση.
Το επόμενο βήμα στην αξιοποίηση της τεχνητής νοημοσύνης από το Δημόσιο αφορά πλέον και τις υποθέσεις που σχετίζονται με παραβάσεις οχημάτων. Με νέα νομοθετική πρόβλεψη ενεργοποιείται η δυνατότητα χρήσης ειδικής πλατφόρμας AI για την υποστήριξη των υπηρεσιών που εξετάζουν ενστάσεις πολιτών κατά προστίμων που επιβάλλονται για ανασφάλιστα οχήματα, οφειλές τελών κυκλοφορίας, παραλείψεις τεχνικού ελέγχου σε ΚΤΕΟ και ζητήματα που συνδέονται με την ακινησία οχημάτων.
Η παρέμβαση εντάσσεται στο ευρύτερο σχέδιο ψηφιακού εκσυγχρονισμού της δημόσιας διοίκησης και αποσκοπεί κυρίως στην επιτάχυνση της επεξεργασίας χιλιάδων υποθέσεων που μέχρι σήμερα εξετάζονταν αποκλειστικά από υπαλλήλους μέσω χρονοβόρων διαδικασιών ελέγχου εγγράφων και διασταυρώσεων στοιχείων.
Σύμφωνα με το νέο πλαίσιο, η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης αποκτά τη δυνατότητα να αξιοποιεί εξειδικευμένη εφαρμογή τεχνητής νοημοσύνης, η οποία θα αναλύει τα στοιχεία που προσκομίζουν οι πολίτες μαζί με τις ενστάσεις τους και θα προετοιμάζει τεκμηριωμένες εισηγήσεις προς τα αρμόδια διοικητικά όργανα.
Η λειτουργία της πλατφόρμας δεν περιορίζεται μόνο στην καταγραφή των υποβληθέντων δικαιολογητικών. Το σύστημα θα εξετάζει κατά πόσο τα έγγραφα που κατατίθενται είναι έγκυρα, αν συνδέονται με το αντικείμενο της ένστασης και αν επαρκούν για να στηρίξουν τους ισχυρισμούς του πολίτη. Με βάση αυτή την επεξεργασία θα διαμορφώνεται μία ολοκληρωμένη εισήγηση, η οποία θα αποστέλλεται στον υπάλληλο ή στο αρμόδιο όργανο που έχει την ευθύνη λήψης της τελικής απόφασης.
Το πεδίο εφαρμογής της νέας διαδικασίας καλύπτει τέσσερις βασικές κατηγορίες υποθέσεων. Πρόκειται για ενστάσεις που αφορούν πρόστιμα λόγω έλλειψης ασφαλιστηρίου συμβολαίου, παραβάσεις σχετικές με τα τέλη κυκλοφορίας, κυρώσεις για μη έγκαιρο τεχνικό έλεγχο οχημάτων σε ΚΤΕΟ, καθώς και δηλώσεις που σχετίζονται με οχήματα τα οποία έχουν τεθεί σε κατάσταση ακινησίας.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο τρόπος με τον οποίο θα παρουσιάζονται τα αποτελέσματα της επεξεργασίας. Η πλατφόρμα δεν θα περιορίζεται σε μια απλή σύσταση αποδοχής ή απόρριψης. Θα συνοδεύει κάθε εισήγηση με ποσοτικό δείκτη αξιοπιστίας, ο οποίος θα αποτυπώνει τον βαθμό βεβαιότητας του συστήματος για το συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε. Παράλληλα, θα παρέχει αιτιολόγηση σε φυσική γλώσσα, περιγράφοντας ποια δικαιολογητικά αξιολογήθηκαν και ποια στοιχεία οδήγησαν στη συγκεκριμένη πρόταση.
Παρά τη διευρυμένη χρήση της τεχνολογίας, ο νομοθέτης επιδιώκει να διατηρήσει τον ανθρώπινο έλεγχο στη διαδικασία. Για τον λόγο αυτό προβλέπεται ρητά ότι οι εισηγήσεις της τεχνητής νοημοσύνης δεν έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα. Η τελική κρίση παραμένει αποκλειστικά στην αρμοδιότητα των διοικητικών οργάνων, τα οποία μπορούν να αποδεχθούν ή να απορρίψουν την πρόταση του συστήματος χωρίς να υποχρεούνται να αιτιολογήσουν τυχόν απόκλιση από αυτήν.
Κεντρική θέση στη νέα ρύθμιση καταλαμβάνει και το ζήτημα της προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η λειτουργία της πλατφόρμας θα πρέπει να συμμορφώνεται τόσο με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων (GDPR) όσο και με το νέο ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο για την τεχνητή νοημοσύνη, το οποίο εισάγει αυστηρότερες απαιτήσεις διαφάνειας και λογοδοσίας για τα αυτοματοποιημένα συστήματα.
Υπεύθυνοι επεξεργασίας των δεδομένων ορίζονται τα συναρμόδια υπουργεία Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών, Υποδομών και Μεταφορών και Προστασίας του Πολίτη, καθώς και η Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων και Ψηφιακής Διακυβέρνησης, η ΑΑΔΕ και οι Διευθύνσεις Μεταφορών των Περιφερειών.
Η διάταξη θέτει, επίσης, σαφή όρια στη χρήση των πληροφοριών που θα συγκεντρώνονται. Απαγορεύεται ρητά η αξιοποίησή τους για τη δημιουργία προφίλ πολιτών, την εξαγωγή συμπερασμάτων για τη συμπεριφορά τους ή οποιαδήποτε μορφή κοινωνικής αξιολόγησης. Με τον τρόπο αυτό η Πολιτεία επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη ταχύτερης διεκπεραίωσης των διοικητικών διαδικασιών και στις απαιτήσεις προστασίας των ατομικών δικαιωμάτων σε μια εποχή ολοένα μεγαλύτερης χρήσης εργαλείων τεχνητής νοημοσύνης.
























