Ο Υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κ. Γιάννης Ανδριανός συνοδευόμενος από τον Γενικό Γραμματέα Αγροτικής Πολιτικής και Διεθνών Σχέσεων, Αντώνη Φιλιππή, συμμετείχε στο Συμβούλιο Υπουργών Γεωργίας και Αλιείας της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που πραγματοποιήθηκε σήμερα στις Βρυξέλλες.
Στο πλαίσιο των εργασιών του Συμβουλίου, ο Υφυπουργός υπογράμμισε ότι η εμπορική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης στον αγροδιατροφικό τομέα πρέπει να παραμείνει ανοικτή και εξωστρεφής, αλλά ταυτόχρονα δίκαιη, ισορροπημένη και στρατηγικά ανθεκτική. Τόνισε την ανάγκη οι εμπορικές συμφωνίες της ΕΕ να διασφαλίζουν πραγματική αμοιβαιότητα, ώστε οι Ευρωπαίοι παραγωγοί, οι οποίοι λειτουργούν με υψηλά πρότυπα ασφάλειας τροφίμων, περιβάλλοντος, καλής μεταχείρισης των ζώων και εργασιακών κανόνων, να μην αντιμετωπίζουν αθέμιτο ανταγωνισμό από προϊόντα χαμηλότερων προδιαγραφών.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην ανάγκη αποτελεσματικής προστασίας των ευρωπαϊκών ποιοτικών προϊόντων και των Γεωγραφικών Ενδείξεων, επισημαίνοντας ότι για χώρες όπως η Ελλάδα προϊόντα όπως η φέτα, το ελαιόλαδο, οι επιτραπέζιες ελιές και τα κρασιά ΠΟΠ αποτελούν όχι μόνο σημαντικό οικονομικό πόρο, αλλά και αναπόσπαστο μέρος της αγροτικής και πολιτιστικής ταυτότητας της χώρας μας.
Στη συζήτηση για τη διαθεσιμότητα και την οικονομική προσιτότητα των λιπασμάτων, ο Υφυπουργός τόνισε ότι η πρόσβαση των γεωργών σε βασικές εισροές
με προσιτό κόστος αποτελεί προϋπόθεση για την επισιτιστική ασφάλεια, την ανταγωνιστικότητα της γεωργίας και τη στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην κατεύθυνση αυτή, υπογράμμισε ότι η Ευρώπη πρέπει να κινηθεί σε τρία επίπεδα: άμεση στήριξη των παραγωγών, ρεαλιστική μετάβαση σε πιο βιώσιμες λύσεις χωρίς νέα βάρη για τους αγρότες, και ενίσχυση της ευρωπαϊκής παραγωγικής ικανότητας στα λιπάσματα.
Ο κ. Ανδριανός σημείωσε ακόμη ότι η πράσινη μετάβαση δεν μπορεί να μεταφράζεται σε απώλεια ανταγωνιστικότητας για την ευρωπαϊκή γεωργία και τόνισε την ανάγκη ενίσχυσης της ενεργειακής ανταγωνιστικότητας και της διαφοροποίησης των πηγών εφοδιασμού στον τομέα των λιπασμάτων.
Στο πλαίσιο της συζήτησης για τις αυξανόμενες πιέσεις που αντιμετωπίζει η ευρωπαϊκή γεωργία, η Ελλάδα στήριξε την ανάγκη ενίσχυσης της υποχρεωτικής επισήμανσης της χώρας προέλευσης των τροφίμων σε επίπεδο ΕΕ και την επέκτασή της σε περισσότερες κατηγορίες προϊόντων. Όπως επεσήμανε ο κ. Ανδριανός, η σαφής ενημέρωση των καταναλωτών αποτελεί ζήτημα διαφάνειας και εμπιστοσύνης, ενώ παράλληλα προστατεύει τους παραγωγούς από αθέμιτες πρακτικές και παραπλανητικά φαινόμενα.
Ο Υφυπουργός αναφέρθηκε επίσης στις επιπτώσεις της ξηρασίας και της λειψυδρίας στη γεωργική παραγωγή, τονίζοντας ότι η διαχείριση των υδατικών πόρων πρέπει να αποτελέσει βασικό πυλώνα της ευρωπαϊκής πολιτικής διαχείρισης αγροτικών κινδύνων. Η Ελλάδα ζήτησε ισχυρότερη ευρωπαϊκή στήριξη για έργα ταμίευσης υδάτων, εκσυγχρονισμό αρδευτικών δικτύων, συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης και επενδύσεις πρόληψης, με καλύτερη σύνδεση των εργαλείων της ΚΑΠ με έργα αποθήκευσης και ορθολογικής διαχείρισης νερού.
Ακόμη, σε ό,τι αφορά την εφαρμογή του Στρατηγικού Σχεδίου της ΚΑΠ, υπογράμμισε την πάγια θέση της Ελλάδας στην εφαρμογή του κανόνα αποδέσμευσης υπέρ της μετάβασης σε κανόνα Ν+3 για την περίοδο 2023–2027, ώστε να διασφαλιστεί η αποτελεσματική υλοποίηση των παρεμβάσεων και να αποφευχθεί απώλεια ευρωπαϊκών πόρων.

Μετά την ολοκλήρωση του Συμβουλίου, ο κ. Ανδριανός δήλωσε:
«Η σημερινή συζήτηση ανέδειξε με σαφήνεια ότι ο ευρωπαϊκός αγροτικός κόσμος χρειάζεται περισσότερη στήριξη, περισσότερη ευελιξία και περισσότερη πρακτική ευρωπαϊκή δράση. Η Ελλάδα υποστηρίζει μια ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική που προστατεύει αποτελεσματικότερα τους παραγωγούς, ενισχύει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής γεωργίας, διασφαλίζει δίκαιους όρους στο εμπόριο έναντι αθέμιτων ανταγωνισμών και δίνει ρεαλιστικές απαντήσεις στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής, όπως το κόστος παραγωγής, τα λιπάσματα, την κλιματική κρίση, την ορθολογική διαχείριση του νερού και την προστασία των ποιοτικών μας προϊόντων.
Είναι σαφές ότι η πράσινη μετάβαση, η επισιτιστική ασφάλεια και η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης πρέπει να προχωρούν μαζί με τη διασφάλιση της οικονομικής βιωσιμότητας των παραγωγών μας. Αυτή είναι η σταθερή θέση της Ελλάδας που εκφράσαμε και σήμερα στο Συμβούλιο».
























