Ορόσημο για την εγχώρια λιανική αγορά ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να αποδειχθεί το 2025, καθώς σύμφωνα με πληροφορίες σηματοδότησε το τέλος μίας μακράς περιόδου όπου οι ληξιπρόθεσμες οφειλές ενισχύονταν κάθε έτος. Αντίθετα, την προηγούμενη χρονιά δόθηκε για πρώτη φορά τέλος σε αυτό το αυξητικό σερί, καταγράφοντας μείωση.
Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με πληροφορίες του powergame, το 2025 έκλεισε με 350 εκατ. ευρώ λιγότερα «φέσια» έναντι του αμέσως προηγούμενου έτους. Πρόκειται για μία εξέλιξη που ενδεχομένως να αποδειχθεί σημείο καμπής για την εγχώρια λιανική – στην περίπτωση που η πτωτική τάση παγιωθεί και τα επόμενα χρόνια.
Αξίζει να σημειωθεί πως το «φρένο» στις αυξήσεις των χρεών αφορά το σύνολο της λιανικής. Επομένως, δεν είναι απίθανο σε κάποιες εταιρείες προμήθειας να συνεχίστηκαν και το 2025 να αυξάνουν οι υπερημερίες των πελατών τους. Ωστόσο, είναι σημαντικό πως τον τόνο στη γενική τάση δίνει για πρώτη φορά ο περιορισμός των οφειλών.
Στον αντίποδα του 2024 οι οφειλές στο ρεύμα
Μάλιστα, η εικόνα γίνεται ακόμη πιο ενδιαφέρουσα, αν αντιπαραβληθεί με το σημείο αφετηρίας. Το 2024 -σύμφωνα με την ετήσια Έκθεση Αναφοράς από τη Ρυθμιστική Αρχή (ΡΑΑΕΥ) για τη λιανική αγορά ρεύματος το συγκεκριμένο έτος- έκλεισε με τα ληξιπρόθεσμα χρέη προς τους προμηθευτές ρεύματος να φτάνουν τα 3,4 δισ. ευρώ, καταγράφοντας αύξηση κατά περίπου 1 δισ. σε σχέση με το 2023.
Αξιοσημείωτο είναι επίσης το γεγονός ότι το 2024 το συντριπτικά μεγαλύτερο ποσοστό της ενίσχυσης των οφειλών οφειλόταν στα αυξημένα ληξιπρόθεσμα χρέη των υφιστάμενων πελατών των εταιρειών (1,74 δισ.). Έτσι, η εν λόγω οικονομική επιβάρυνση ξεπέρασε την «τρύπα» στα οικονομικά των παρόχων από πρώην πελάτες τους, δηλαδή καταναλωτές που άλλαξαν προμηθευτή, αφήνοντας πίσω τους «φέσια» (1,65 δισ.).
Τα παραπάνω τονίζουν ακόμη περισσότερο την «επίδοση» του 2025, όταν όχι απλώς μπήκε «φρένο» στην αυξητική τάση, αλλά προέκυψε καθαρή υποχώρηση των συνολικών ληξιπρόθεσμων οφειλών.
Αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος
Ωστόσο, το φαινόμενο δεν είναι ακόμη πλήρως «χαρτογραφημένο», μέχρι να υπάρξουν αναλυτικά στοιχεία. Ένα κρίσιμο ερώτημα που παραμένει αναπάντητο είναι αν η μείωση οφείλεται κυρίως στη βελτίωση της συνέπειας των υφιστάμενων πελατών ή στις περιορισμένες πλέον μετακινήσεις καταναλωτών, για να αποφύγουν τη διακοπή ηλεκτροδότησης από τον παλιό προμηθευτή τους λόγω χρεών, και να συνεχίσουν να ηλεκτροδοτούνται.
Η διάκριση αυτή έχει μεγάλη σημασία, καθώς σχετίζεται άμεσα με το λεγόμενο φαινόμενο του «ενεργειακού τουρισμού. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, η εικόνα καθίσταται ακόμη πιο σύνθετη αν ληφθεί υπόψη ότι η τάση αποκλιμάκωσης αφορά το σύνολο της αγοράς. Με άλλα λόγια, η γενική εικόνα αποκλιμάκωσης ενδέχεται να «κρύβει» σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά προμηθευτή, ανά κατηγορία πελατών και ανά προφίλ κατανάλωσης.
Με δεδομένο πάντως ότι αυτή η γενική εικόνα κινείται σε διαφορετικό μήκος κύματος από ό,τι συνέβαινε εδώ και 15 τουλάχιστον χρόνια, είναι εύλογα τα ερωτήματα για το ποιοι παράγοντες λειτούργησαν καθοριστικά. Σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς, ένας βασικός λόγος είναι η γενικότερη βελτίωση του οικονομικού περιβάλλοντος και η ενίσχυση του διαθέσιμου εισοδήματος. Η σταθεροποίηση της οικονομίας φαίνεται να έχει επιτρέψει σε περισσότερα νοικοκυριά να ανταποκριθούν έγκαιρα στις υποχρεώσεις τους (όπως στην εξόφληση των λογαριασμών ρεύματος), περιορίζοντας τη δημιουργία νέων οφειλών.
Βελτίωση της εισπραξιμότητας
Παράλληλα, σημαντική θεωρείται και η βελτίωση της εισπραξιμότητας από ορισμένες εταιρείες προμήθειας, που τα προηγούμενα χρόνια υστερούσαν σε αυτό τον τομέα. Έτσι, σχεδόν το σύνολο του κλάδου έχει πλέον αναβαθμίσει τα εργαλεία διαχείρισης οφειλών, αξιοποιώντας πιο ενεργά διακανονισμούς, ευέλικτα σχήματα αποπληρωμής και συστηματική παρακολούθηση καθυστερημένων λογαριασμών. Σε αρκετές περιπτώσεις, το αποτέλεσμα δεν είναι η εξάλειψη των χρεών, αλλά η «μετατροπή» τους σε ρυθμισμένες δόσεις, ώστε να μην καταστεί ληξιπρόθεσμο υπόλοιπο.
Ενδιαφέρον στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η μείωση των οφειλών καταγράφεται, παρά την ήπια αύξηση των τιμολογίων το 2025 σε σχέση με το 2024. Ο δείκτης τιμών ηλεκτρικής ενέργειας για οικιακή χρήση (HEPI) δείχνει επιβάρυνση περίπου 8% το 2025 σε ετήσια βάση, γεγονός που θεωρητικά θα μπορούσε να αυξήσει τις πιέσεις στους καταναλωτές.
Ένας ακόμη παράγοντας που δεν μπορεί να αγνοηθεί είναι η αλλαγή στην καταναλωτική συμπεριφορά. Μετά την ενεργειακή κρίση, πολλά νοικοκυριά και επιχειρήσεις έχουν υιοθετήσει πιο μόνιμες πρακτικές εξοικονόμησης: μειωμένη κατανάλωση και αποδοτικότερες συσκευές και πιο προσεκτική χρήση ενέργειας. Η αλλαγή καταναλωτικού προφίλ δεν φαίνεται πλέον να είναι συγκυριακή, αλλά δομική, μειώνοντας το ύψος των λογαριασμών και επομένως την πιθανότητα καθυστερήσεων.
Στο ίδιο πλαίσιο, όπως επισημαίνουν οι ίδιοι παράγοντες, όσο περισσότερο απομακρυνόμαστε από την κρίση τόσο περισσότερο εμπεδώνεται η κανονικότητα στην πελατειακή βάση όλων των προμηθευτών – με απλά λόγια, το γεγονός ότι οι καταναλωτές έχουν μεν δικαιώματα, αλλά και υποχρεώσεις. Στην εμπέδωση αυτή της κανονικότητας φαίνεται να έχει παίξει ρόλο και ο πιο συστηματικός τρόπος με τον οποίο εκτελούνται από τον ΔΕΔΔΗΕ οι εντολές αποκοπής λόγω χρεών.
Συνολικά, το 2025 φαίνεται να αποτελεί έτος-σταθμό, όχι γιατί λύθηκε το πρόβλημα των ληξιπρόθεσμων οφειλών, αλλά επειδή για πρώτη φορά μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα ανέκοψε την ανοδική του πορεία. Το αν πρόκειται για συγκυριακή ανάπαυλα ή για την αρχή μιας νέας, πιο υγιούς ισορροπίας στην αγορά, θα εξαρτηθεί από το πώς θα εξελιχθούν οι βασικοί παράγοντες – με «κλειδιά» την κατάσταση της οικονομίας και την εξέλιξη των τιμών ρεύματος.
























