Τα παλαιότερα τούβλα παγκοσμίως ανακαλύφθηκαν στην Ιεριχώ, στις όχθες του Ιορδάνη ποταμού. Η Μεσοποταμία χαρακτηριζόταν από το αργιλώδες έδαφος της το οποίο αποτελούσε ιδανική επιλογή για την κατασκευή τούβλων. Αρχικά, τα τούβλα τα οποία ήταν πιο ανθεκτικά ψηνόταν σε κλιβάνους, ωστόσο λόγω της έλλειψης ξυλείας καθιστούσε τη διαδικασία ιδιαίτερα κοστοβόρα καθώς και το παραχθέν προϊόν.
Το πιο κοινά τούβλα που ψήνονταν στον ήλιο ήταν πιο δημοφιλή λόγω του χαμηλότερου κόστους παραγωγής και της ευκολίας αντικατάστασής τους, ωστόσο σαν μειονέκτημα παρουσίαζαν το μειωμένο χρόνο ζωής τους καθώς μπορεί να καταστρεφόταν σε περίπτωση βροχής ή πλημμύρας.
Η πέτρα και το ξύλο δεν χρησιμοποιούνταν συχνά, αφού θα έπρεπε να μεταφερθούν από άλλα γειτονικά μέρη. Για την δημιουργία τοιχοποιίας χρησιμοποιούσαν ένα επαρκή αριθμό λασπότουβλων, τα οποία ‘έδεναν’ μεταξύ τους με ένα μείγμα λάσπης και άχυρου. Τούβλα από λάσπη και ανάμεικτο άχυρο που τοποθετήθηκαν στον ήλιο για να στεγνώσουν, βρισκόταν στην κορυφή της λίστας με τα πιο δημοφιλή οικοδομικά υλικά της εποχής.
Τα πρώιμα χρόνια του Αρχαίου Αιγυπτιακού πολιτισμού υπήρχε μεγάλη έλλειψη υλικών κατασκευής για ναούς και μνημεία. Βασικό υλικό που χρησιμοποιούνταν για τις κατασκευές ήταν η πλίθα, δηλαδή τα λασπότουβλα, καθώς και η πέτρα και πιο συγκεκριμένα ο ασβεστόλιθος.
Οι κατοικίες στην Αρχαία Αίγυπτο χτίζονταν κυρίως με τούβλο και κονίαμα, αφού η πέτρα όπως ήδη αναφέρθηκε προορίζονταν για μεγαλύτερα αρχιτεκτονικά έργα. Ως προς τα νεκρικά μνημεία, φαίνεται ότι ο τύμβος αντικαθίσταται από τον μασταμπά, ένα βαθμιδωτό, πυραμοειδές λοφίσμο, στο υπόγειο του οποίο τοποθετούνταν οι νεκροί μέσα σε ξύλινα φέρετρα. Ουσιαστικά, πρόκειται για μία ανωδομή σε σχήμα κωνικής πυραμίδας με ορθογώνια βάση, φτιαγμένη από πλίθινα τούβλα και άχυρο.
Η πρώιμη ελληνική αρχιτεκτονική ήταν αρκετά απλή. Στην αρχαία Ελλάδα, τα τούβλα δεν χρησιμοποιούνταν τόσο συχνά όσο σε άλλους πολιτισμούς. Οι Έλληνες χρησιμοποιούσαν κυρίως την πέτρα για τις αρχιτεκτονικές τους προσπάθειες. Ωστόσο, τα τούβλα έκαναν την εμφάνισή τους σε ορισμένες κατασκευές, ιδιαίτερα κατά την ελληνιστική περίοδο.
Στην αρχαία Ελλάδα, η παραγωγή τούβλων ήταν συχνά μέρος της γενικής διαδικασίας κατασκευής. Όταν ένα έργο κατασκευής απαιτούσε τούβλα, οι εργάτες θα τα κατασκεύαζαν κατά παραγγελία. Συνήθως, τα τούβλα διαμορφώνονταν, στεγνώνονταν και ψήνονταν σε απλούς φούρνους που κατασκευάζονταν ειδικά για το σκοπό αυτό κοντά στον τόπο εργασίας. Κατά την Κλασική περίοδο, η χρήση πλίνθων βρέθηκε όχι μόνο σε σπίτια, αλλά και σε σημαντικά δημόσια οικοδομήματα, όπως ναούς και οχυρώσεις όπως της Αθήνας, της Μαντινείας, της Ερέτριας, της Ελευσίνας και άλλων. Στην αρχαία Ελλάδα, οι κλίβανοι χρησιμοποιούνταν για διάφορους σκοπούς, κυρίως για το ψήσιμο αγγείων και κεραμικών αντικειμένων.
Η συνέχιση της ρωμαϊκής παράδοσης κατασκευής τούβλων στη βυζαντινή περίοδο αντιπροσωπεύει μια κρίσιμη πτυχή της αρχιτεκτονικής συνέχειας και της τεχνολογικής κληρονομιάς. Οι βυζαντινές τεχνικές κατασκευής τούβλων εξελίχθηκαν από αυτές της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, η οποία είχε εδραίωση την παραγωγή τούβλων υψηλής ποιότητας για διάφορα κατασκευαστικά έργα.
Η βυζαντινή αρχιτεκτονική παρουσίασε καινοτόμες εφαρμογές τούβλων, που είχε ως αποτέλεσμα να δείχνει τον εξέχοντα ρόλο των τεχνιτών εκείνης της εποχής στις δομικές όσο και στις διακοσμητικές τεχνικές.
Στα πλινθοποιεία του 17ου και 18ου αιώνα, η τεχνολογία ψήσης των πλίνθων βασιζόταν σε κλιβάνους τύπου Wealden, οι οποίοι είχαν εμπνευστεί από ρωμαϊκά μοντέλα.
Στο βίντεο, ο αρχιτέκτονας Δημήτριος Καραγκούνης, Επίτιμος Προϊστάμενος του Τμήματος Αρχαιολογικών Έργων και Μελετών της ΕΦΑΛΑΡ πραγματοποιεί μια αυτοψία στον σωζόμενο φούρνο της πλινθοκεραμοποιίας Βάκατου, σχολιάζοντας την σημερινή κατάσταση…
























