Μέσα σε κλίμα έντασης, συνεχών διακοπών και σοβαρών καταγγελιών διεξήχθη σήμερα στο Μικτό Ορκωτό Εφετείο Καρδίτσας η δίκη των έξι αστυνομικών που κατηγορούνται σε βαθμό κακουργήματος για την υπόθεση του ξυλοδαρμού του Βασιλείου Μάγγου.
Η διαδικασία ξεκίνησε με καθυστερήσεις λόγω προβλημάτων στην αίθουσα -έπεσαν σοβάδες και χρειάστηκε αλλαγή χώρου- ενώ ακολούθησε νέα διακοπή όταν, μετά από παρατήρηση συνηγόρων υπεράσπισης, απομακρύνθηκαν οι δημοσιογράφοι από τα έδρανα και αναζητήθηκε νέος χώρος για την παρακολούθηση της διαδικασίας.
Παρά τα εμπόδια, το δικαστήριο προχώρησε στην εξέταση του πατέρα του Βασίλη, Γιάννη Μάγγου, ο οποίος κατήγγειλε άγριο ξυλοδαρμό του γιου του έξω από το Δικαστικό Μέγαρο Βόλου και βασανιστική μεταχείριση κατά την προσαγωγή και παραμονή του στην Αστυνομική Διεύθυνση. Στη δίκη έχουν κληθεί 20 μάρτυρες κατηγορίας και 8 υπεράσπισης. Η επόμενη δικάσιμος έχει οριστεί για τις 14 Μαϊου 2026.
Φωτογραφία του Βασιλείου Μάγγου, από τις ημέρες της νοσηλείας του στο Νοσοκομείο του Βόλου
Κατά την έναρξη της διαδικασίας, οι συνήγοροι υπεράσπισης αμφισβήτησαν τη νομιμότητα και την πληρότητα της προδικασίας. Ο συνήγορος υπεράσπισης του πρώην αστυνομικού διευθυντή Μαγνησίας, Βασίλης Καπερνάρος, έκανε λόγο για «στημένη υπόθεση», υποστηρίζοντας ότι «δεν έγινε επαρκούσα προδικασία», επικαλούμενος έλλειψη πραγματογνωμοσύνης και αυτοψίας, ενώ ανέφερε ότι «δεν μπορεί να ευτελίζονται προσωπικότητες». Από την πλευρά του, ο κατηγορούμενος αστυνομικός, που εκείνη την περίοδο εκτελούσε χρέη αστυνομικού διευθυντή, χαρακτήρισε το βούλευμα «δικονομικό όνειδος και ντροπή».
Στο επίκεντρο της σημερινής διαδικασίας βρέθηκε η κατάθεση του πατέρα του Βασίλη Μάγγου. Ο Γιάννης Μάγγος περιέγραψε όσα συνέβησαν μετά την συγκέντρωση της 13ης Ιουνίου 2020 κατά της καύσης απορριμμάτων, υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρχε ένταση την στιγμή που ο γιος του πλησίασε τους αστυνομικούς έξω από τα δικαστήρια του Βόλου.
Όπως κατέθεσε, ο Βασίλης φώναξε «τι κάνετε ρε;» προς τους αστυνομικούς και όταν αντιλήφθηκε, ότι επρόκειτο να δεχθεί επίθεση, άρχισε να οπισθοχωρεί. Σύμφωνα με την ίδια κατάθεση, ακολούθησε βίαιος ξυλοδαρμός από αστυνομικούς, με χτυπήματα, κλωτσιές και χρήση γκλομπ, ενώ βρισκόταν πεσμένος στην άσφαλτο και προσπαθούσε να προστατεύσει το κεφάλι του.
Περιγράφοντας τις στιγμές του ξυλοδαρμού, ο πατέρας του Βασίλη Μάγγου κατέθεσε ότι ο γιος του «έβαζε τα χέρια στο κεφάλι, κυλιόταν στην άσφαλτο και προσπαθούσε να προφυλαχθεί», ενώ όπως είπε, δεχόταν αλλεπάλληλα χτυπήματα από αστυνομικούς. «Το κορμί του ήταν διπλωμένο στα δύο, είχε συσπάσεις στο πρόσωπο από τον πόνο, φόβο και πανικό, δυσκολευόταν να μιλήσει και να αναπνεύσει», ανέφερε χαρακτηριστικά, περιγράφοντας την κατάσταση στην οποία τον είδε μετά την προσαγωγή του. Παράλληλα, υποστήριξε ότι ο γιος του δεν αντιμετωπίστηκε ως τραυματίας κατά την παραμονή του στην Αστυνομική Διεύθυνση, ενώ σημείωσε πως μετά την νοσηλεία του έγινε «λιγομίλητος, σκεπτικός και δύστροπος», πριν – όπως κατέθεσε – διαγνωστεί με έντονο άγχος και κατάθλιψη. Ο Γιάννης Μάγγος κατέθεσε επίσης ότι, κατά την παραμονή του στην Αστυνομική Διεύθυνση, ο Βασίλης δεν αντιμετωπίστηκε ως τραυματίας, ενώ, όπως υποστήριξε, δεν του δόθηκε ούτε νερό. Σύμφωνα με την ίδια κατάθεση, έφερε πολλαπλά κατάγματα και θλάση ήπατος, νοσηλεύτηκε για τέσσερις ημέρες στο Νοσοκομείο.
Έξω από το δικαστήριο, καθ’ όλη τη διάρκεια της δίκης, υπήρχαν συγκεντρωμένοι πολίτες σε ένδειξη συμπαράστασης στην οικογένεια Μάγγου, οι οποίοι κατήγγειλαν επίσης εμπόδια στη δημοσιογραφική κάλυψη της διαδικασίας, μετά την απομάκρυνση δημοσιογράφων από τα έδρανα της αίθουσας.
























