Μία από τις πιο ευφυείς πρωτοβουλίες επικοινωνίας για την κλιματική αλλαγή φέρει τον τίτλο «Show Your Stripes» («Δείξε τις λωρίδες»). Τη σύλληψη και την υλοποίησή της υπογράφει ο βρετανός κλιματικός επιστήμονας Εντ Χόκινς από το Πανεπιστήμιο του Ρέντινγκ.
Αντί για δυσνόητα διαγράμματα, ποσοστά και περίπλοκες εξηγήσεις, μπορεί κανείς να οπτικοποιήσει με τη χρήση χρωματικών λωρίδων δεδομένα θερμοκρασίας για πόλεις, χώρες και ηπείρους, σχεδόν με το πάτημα ενός κουμπιού. Το επιστημονικά τεκμηριωμένο αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακά απλό και γι’ αυτό τόσο ισχυρό. Τα ψυχρότερα έτη αποδίδονται με τόνους του μπλε, τα θερμότερα με αποχρώσεις του κόκκινου. Ετσι, η απότομη μετατόπιση προς την υπερθέρμανση του πλανήτη γίνεται αμέσως αντιληπτή ακόμη και από τον πιο δύσπιστο παρατηρητή.
Σχεδόν ένας στους πέντε συμπολίτες μας (για την ακρίβεια το 17,8%) μάλλον δεν θα μπορούσε να πειστεί από τις μπλε και κόκκινες λωρίδες για την κλιματική αλλαγή. Αυτό υποδεικνύει η πρώτη συστηματική μελέτη για την αποδοχή θεωριών συνωμοσίας γύρω από το φαινόμενο στην Ελλάδα, που εκπόνησε ο Θοδωρής Αραμπατζής στο πλαίσιο του μεταπτυχιακού του στην Περιβαλλοντική Πολιτική και τη Διατήρηση της Βιοποικιλότητας στο τμήμα Περιβάλλοντος του Πανεπιστημίου Αιγαίου υπό την επίβλεψη του καθηγητή Ιωσήφ Μποτετζάγια. Ο Αραμπατζής είναι απόφοιτος Δημοσιογραφίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (ΑΠΘ), με επαγγελματική διαδρομή στον χώρο της επικοινωνίας. Σήμερα εργάζεται στη Διεύθυνση Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Δράμας.
Τρία βασικά χαρακτηριστικά
Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι το εύρημα ότι, εκτός του μικρού αλλά όχι αμελητέου πυρήνα αποδοχής, περίπου ένας στους τέσσερις ερωτώμενους (22,5%) τοποθετείται στην «γκρίζα ζώνη της αβεβαιότητας». Ποιο είναι όμως το προφίλ των πολιτών που αποδέχονται συνωμοσιολογικές ερμηνείες της κλιματικής αλλαγής στη χώρα; Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της έρευνας που πραγματοποιήθηκε τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο του περασμένου έτους σε πανελλαδικό δείγμα 1.010 πολιτών ηλικίας 18 ετών και άνω, το προφίλ δεν ταυτίζεται με έναν «γραφικό» ή «περιθωριακό» τύπο, ούτε εξηγείται από έλλειμμα τυπικής εκπαίδευσης.
Περιλαμβάνει «κανονικούς» πολίτες που διακρίνονται όμως από τρία βασικά χαρακτηριστικά: χαμηλή εμπιστοσύνη στους επιστήμονες, υψηλή συνωμοσιολογική προδιάθεση και πολιτική αυτοτοποθέτηση κυρίως προς το δεξιό άκρο του φάσματος. Σε αυτό το τρίπτυχο, προστίθενται ο λαϊκισμός ως στάση καθώς και το γνωσιακό κλείσιμο, δηλαδή αποστροφή προς την αβεβαιότητα και την αμφισημία. Η ηλικία και το φύλο καταγράφονται ως δευτερεύοντες παράγοντες, με τους ηλικιωμένους άνδρες να εμφανίζονται πιο δεκτικοί σε συνωμοσιολογικές ερμηνείες της κλιματικής αλλαγής.
Η ιδεολογία ως παραμορφωτικός φακός
«Η αποδοχή των θεωριών αυτών δεν οφείλεται σε έλλειψη ενημέρωσης. Πρόκειται για μια στάση ζωής, μια ιδεολογική τοποθέτηση που λειτουργεί σαν παραμορφωτικός φακός και μπορεί να αλλοιώσει σε μεγάλο βαθμό την αντίληψη και την κρίση μας» λέει στο «Β» ο ερευνητής. «Στο επίκεντρο όλων αυτών βρίσκεται η αμφισβήτηση της επιστήμης. H έλλειψη εμπιστοσύνης στους επιστήμονες είναι ο πιο ξεκάθαρος προγνωστικός παράγοντας για την υιοθέτηση θεωριών συνωμοσίας».
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας, το εντυπωσιακά υψηλό 56% των ερωτώμενων εμφανίζει υψηλή γενική συνωμοσιολογική προδιάθεση, έναντι μόλις 11% με χαμηλή προδιάθεση, ενώ το υπόλοιπο 33% κινείται στη μεσαία «γκρίζα ζώνη». Οπως σημειώνει ο κ. Αραμπατζής, «οι θεωρίες συνωμοσίας για την κλιματική αλλαγή δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο. Συνδέονται άμεσα με έναν ευρύτερο συνωμοσιολογικό τρόπο σκέψης, ο οποίος χαρακτηρίζει μια μεγάλη μερίδα των συμπολιτών μας». Και προσθέτει: «Περισσότεροι από τους μισούς Ελληνες ενστερνίζονται κάποιες συνωμοσιολογικές απόψεις, ενώ μόλις ένας στους δέκα τις απορρίπτει στο σύνολό τους. Αυτό σημαίνει ότι έχει ήδη εδραιωθεί μια διάχυτη αντίληψη καχυποψίας».
Αδημοσίευτα στοιχεία, τα οποία μοιράστηκε με το «Β» ο ερευνητής, είναι τουλάχιστον ενδεικτικά της υψηλής γενικής συνωμοσιολογικής προδιάθεσης στην ελληνική κοινωνία. Το 18% των ερωτώμενων θεωρεί αληθές ότι η εξάπλωση ορισμένων ιών ή/και ασθενειών είναι το αποτέλεσμα σκόπιμων, κρυφών προσπαθειών κάποιας οργάνωσης, ενώ το 12% θεωρεί αληθές ότι υπάρχουν αποδεικτικά στοιχεία επαφής της ανθρωπότητας με εξωγήινους, τα οποία αποκρύπτονται από το κοινό. Τα στοιχεία αυτά έχουν σημασία, διότι δείχνουν ότι η κλιματική συνωμοσιολογία πατά πάνω σε έναν ήδη εγκατεστημένο τρόπο θέασης του κόσμου.
Η «εργαλειοθήκη» είναι ήδη έτοιμη
Οπως έχει υποστηρίξει ο Κουασίμ Κασάμ, καθηγητής Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο του Γουόρικ και ένας από τους σημαντικότερους μελετητές της πολιτικής επιστημολογίας, οι θεωρίες συνωμοσίας δεν συνιστούν απλώς γνωστικές αστοχίες ή παραλείψεις, αλλά αντι-κατεστημένες αφηγήσεις με ισχυρή πολιτική λειτουργία που επανερμηνεύουν τα γεγονότα ως προϊόν κρυφών σχεδίων της ελίτ και σκοτεινών κέντρων εξουσίας. Συνεπώς, ο πολίτης που είναι ήδη επιρρεπής να «διαβάζει» τον κόσμο με συνωμοσιολογικά σχήματα, δεν «ανακαλύπτει» μια ειδική θεωρία για το περιβάλλον, αλλά εντάσσει την κλιματική αλλαγή στην ήδη διαθέσιμη εργαλειοθήκη ερμηνείας που χρησιμοποιεί για θέματα και θεσμούς συνήθως οικονομικής πολιτικής, δημόσιας υγείας και τεχνολογίας.
Ο φόβος εν μέσω οικονομικής πίεσης
Πώς όμως εξηγείται ότι το 40% του δείγματος θεωρεί αληθές ότι οι μεγάλες δασικές πυρκαγιές των τελευταίων ετών στην Ελλάδα οφείλονται σε οργανωμένο σχέδιο, προκειμένου να τοποθετηθούν ανεμογεννήτριες στις καμένες εκτάσεις; Η σκέψη του Φίλιπ Κίτσερ, ομότιμου καθηγητή Φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κολούμπια και από τις κορυφαίες φυσιογνωμίες της σύγχρονης φιλοσοφίας της επιστήμης, μας βοηθά να καταλάβουμε γιατί τέτοιες θεωρήσεις βρίσκουν μεγάλη απήχηση.
Ο Κίτσερ έχει υποστηρίξει ότι η κλιματική δράση προσκρούει όχι μόνο στην άρνηση της επιστήμης αλλά και στον φόβο πολλών πολιτών ότι το κόστος της πράσινης μετάβασης θα το επωμισθούν οι ίδιοι. Οταν κάποιος βιώνει οικονομική πίεση, η ιδέα ότι οι ανεμογεννήτριες είναι σχέδιο των ισχυρών εις βάρος των απλών ανθρώπων μπορεί να λειτουργήσει ως συναισθηματική άμυνα, πριν ακόμη αποκτήσει ιδεολογική πανοπλία. Και, όπως προειδοποιεί ο κ. Αραμπατζής, στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες η χειραγώγηση δεν επιτυγχάνεται με λιγότερη πληροφόρηση, αλλά «με καταιγισμό αντιφατικών μηνυμάτων, υπονόμευση της εμπιστοσύνης, σύγχυση που οδηγεί τους πολίτες σε παράλυση και τελικά σε παραίτηση».
























