Ξεχωριστή διαδικασία και σαφή χρονοδιαγράμματα ορίζει η φορολογική νομοθεσία για τα αναδρομικά ποσά που πιστώθηκαν στους λογαριασμούς μισθωτών, συνταξιούχων, αγροτών, καθώς και δικαιούχων μέσω δικαστικών αποφάσεων κατά τη διάρκεια του 2025.
Η βασική αρχή που διέπει τα συγκεκριμένα εισοδήματα είναι πως η φορολόγησή τους δεν υπολογίζεται με βάση το έτος καταβολής τους, αλλά σύμφωνα με το έτος στο οποίο πραγματικά αντιστοιχούν, γεγονός που υπαγορεύει και τον ειδικό χειρισμό κατά την υποβολή τους.
Όσοι υπόχρεοι έλαβαν τέτοιου είδους ποσά, καλούνται να προχωρήσουν στην εμπρόθεσμη τακτοποίησή τους μέχρι τις 31 Δεκεμβρίου 2026. Για να επιτευχθεί αυτό, κρίνεται υποχρεωτική η εμπρόθεσμη υποβολή τροποποιητικών δηλώσεων. Αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, το ποσό του φόρου που θα προκύψει πρέπει να καταβληθεί εφάπαξ μέχρι τις 31 Ιανουαρίου 2027, δίχως να παρέχεται το δικαίωμα για καταβολή σε δόσεις, εκτός εάν υπάρξει ένταξη σε κάποια νομοθετημένη ρύθμιση.
Σημαντική εξαίρεση σε αυτόν τον κανόνα αποτελούν οι συνταξιούχοι. Η εν λόγω κατηγορία έχει τη δυνατότητα, υποβάλλοντας σχετική αίτηση στην ΑΑΔΕ, να εξοφλήσει το χρέος μέσω της πάγιας ρύθμισης σε έως 48 έντοκες μηνιαίες δόσεις, μετριάζοντας έτσι την απότομη δημοσιονομική και οικονομική πίεση.
Το κρισιμότερο βήμα για να μην υπάρξουν επιπλοκές είναι η ορθή υποβολή από τους φορολογούμενους. Τα αναδρομικά πρέπει να δηλώνονται αυστηρά με ξεχωριστές τροποποιητικές δηλώσεις για την κάθε χρονιά την οποία αφορούν. Απαγορεύεται ρητά η συνολική δήλωσή τους στο έτος είσπραξης, αφού αυτό θα προκαλούσε αλλοίωση της πραγματικής φορολογικής υποχρέωσης. Επί παραδείγματι, χρήματα που αφορούν το 2023 πρέπει να δηλωθούν στο αντίστοιχο φορολογικό έτος (με δήλωση υποβαλλόμενη για το 2024).
Για εισοδήματα που ανάγονται από το 2015 και έπειτα, η διαδικασία γίνεται ψηφιακά στο σύστημα της ΑΑΔΕ, επιλέγοντας την κατηγορία των αναδρομικών. Τα στοιχεία είναι προσυμπληρωμένα στους σωστούς κωδικούς και δεν επιτρέπεται η παράλληλη τροποποίηση άλλων ενοτήτων της δήλωσης, η οποία απαιτεί ξεχωριστή τροποποιητική υποβολή. Αντίθετα, αν οι βεβαιώσεις αποδοχών είναι χειρόγραφες και δεν καταχωρούνται ηλεκτρονικά, ο υπόχρεος πρέπει να επισκεφθεί την αρμόδια φορολογική υπηρεσία.
Τέλος, εντελώς διαφορετική αντιμετώπιση επιφυλάσσεται για τους τόκους που πιθανόν καταβλήθηκαν μαζί με τα αναδρομικά. Αυτοί δηλώνονται στο έτος είσπραξής τους ως εισόδημα από κεφάλαιο και δεν σπάνε σε παρελθόντα έτη. Ο ακριβής διαχωρισμός των ετών είναι καθοριστικός, καθώς τυχόν σφάλματα αυξάνουν πλασματικά το ετήσιο εισόδημα, οδηγώντας πιθανώς τον φορολογούμενο σε υψηλότερο φορολογικό κλιμάκιο. Αν και υπάρχει χρονικό περιθώριο, η διαδικασία κρύβει παγίδες και συχνά κρίνεται σκόπιμη η αρωγή ειδικών, για να αποτραπούν δυσάρεστες οικονομικές εκπλήξεις.
























