Γνωστά ήταν όλα τα στοιχεία που ανέκυψαν κατά την ακροαματική διαδικασία στη δίκη για το παράνομο λογισμικό Predator, σύμφωνα με τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνο Τζαβέλλα, ο οποίος έκρινε ότι δεν συντρέχει κανένας λόγος ανάσυρσης από το αρχείο της υπόθεσης των τηλεφωνικών υποκλοπών. Με πράξη του, που φέρει ημερομηνία 27 Απριλίου 2026, σημειώνει πως δεν υπάρχει λόγος επανεξέτασης της σχετικής υπόθεσης, καθώς «τα στοιχεία των οποίων έγινε επίκληση από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών δεν συνιστούν νέα στοιχεία κατά το άρθρο 43 παρ. 6 ΚΠΔ, ικανά να δικαιολογήσουν την ανάσυρση της δικογραφίας από το αρχείο. Συνεπώς τα συμπεράσματα των πορισμάτων του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση δεν ανατρέπονται».
Τον Ιούλιο του 2024, έπειτα από προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε από τον αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αχιλλέα Ζήση, ασκήθηκε ποινική δίωξη εις βάρος τεσσάρων ιδιωτών επιχειρηματιών –των Φέλιξ Μπίτζιου, Σάρα Χάμου, Ταλ Ντίλιαν και Γιάννη Λαβράνου– για αδικήματα όπως παράνομη πρόσβαση σε δεδομένα, παραβίαση απορρήτου επικοινωνιών και επέμβαση σε συστήματα προσωπικών δεδομένων, με την υπόθεση να οδηγείται στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών, το οποίο τους έκρινε ενόχους και επέβαλε στον καθένα πολυετείς ποινές φυλάκισης, χορηγώντας όμως αναστολή έως την έκδοση απόφασης από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Παράλληλα, το δικαστήριο είχε διατάξει τη διαβίβαση της δικογραφίας για περαιτέρω διερεύνηση πιθανών ευθυνών και άλλων προσώπων, καθώς και για ενδεχόμενα αδικήματα όπως κατασκοπεία και παράνομη διακίνηση λογισμικού παρακολούθησης.
Τα εννέα πρόσωπα
Ως προς το σκέλος που αφορά τη συμμετοχή εννέα ακόμη προσώπων στα αδικήματα για τα οποία καταδικάστηκαν οι τέσσερις επιχειρηματίες από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο, ο εισαγγελέας του Αρείου Πάγου επισημαίνει πως η επίκληση νέων στοιχείων για την επανεκκίνηση της ποινικής έρευνας δεν φαίνεται να στηρίζεται σε ουσιωδώς άγνωστα δεδομένα, αλλά σε ήδη αξιολογημένο αποδεικτικό υλικό.
Μάλιστα, ο κ. Τζαβέλλας υποστηρίζει ότι αυτά που η απόφαση επικαλείται ως νέα στοιχεία «φέρεται να προκύπτουν από μαρτυρικές καταθέσεις, κυρίως δημοσιογράφων, οι οποίοι, επικαλούμενοι δημοσιογραφικό απόρρητο, αρνήθηκαν να αποκαλύψουν τις πηγές τους, κατά παράβασιν των ρητών διατάξεων του άρθρου 224 του ΚΠΔ», άρθρο το οποίο επιβάλλει στους μάρτυρες να κατονομάσουν πηγή διαφορετικά δεν λαμβάνεται υπόψη η κατάθεση.
O «κρεοπώλης»
Ως προς τον Α.Κ., τον άνθρωπο από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου εστάλησαν τα «μολυσμένα» sms προς τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, για τον οποίο ο Αρειος Πάγος είχε κρίνει στο πόρισμα Ζήση ότι δεν έχει ουδεμία σχέση με τα καταγγελλόμενα, αφού τρίτος έκανε χρήση της κάρτας, ο κ. Τζαβέλλας επιμένει ότι δεν προέκυψαν στοιχεία ικανά που να ανατρέπουν το προηγούμενο πόρισμα.
«Απέναντι σ’ αυτήν τη σαφή και κατηγορηματική απόφανση του πορίσματος του αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου, Αχιλλέα Ζήση, ο δικαστής του δικάσαντος Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, αντί νέου πράγματι στοιχείου, που θα έπρεπε να προκύπτει και να αναδεικνύεται με σαφήνεια από την ακροαματική διαδικασία (…), προβάλλει την –επί τη βάσει ασθενέστατων ενδείξεων και υπονοιών– ανάγκη να διενεργηθεί και άλλη, τρίτη έρευνα, με σκοπό την τυχόν ανεύρεση νέων ουσιωδών στοιχείων», σημειώνει ο κ. Τζαβέλλας υπογραμμίζοντας πως η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να εμπλέκεται «σε έναν ατέρμονα κύκλο πανομοιότυπων ερευνών, χωρίς ουσιαστικό λόγο».
Κλείνοντας το κεφάλαιο της προπληρωμένης κάρτας, ο κ. Τζαβέλλας απομειώνει τη σημασία της αποκάλυψης ύπαρξης ενός νέου προσώπου, του Κ.Π., που ανήκει στο φιλικό περιβάλλον του αποκαλούμενου «κρεοπώλη» και ταυτοποιείται ως το πρόσωπο που του πούλησε την προπληρωμένη κάρτα. Σύμφωνα δε με την κατάθεση του «κρεοπώλη», ο Κ.Π. είχε πρόσβαση στο σπίτι του και έκανε έναντι αμοιβής εξυπηρετήσεις για την ΕΥΠ. Για τον εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, όλα τα παραπάνω «είναι μεν νεότερα πραγματικά περιστατικά, πλην όμως, από τη συνεκτίμηση και συναξιολόγηση αυτών, εξακολουθεί να παραμένει αδύνατη η ταυτοποίηση του προσώπου, κατόχου και χρήστη της ανωτέρω προπληρωμένης κάρτας».
Για την κατασκοπεία
Ειδική μνεία γίνεται στην έρευνα που ζητήθηκε σχετικά με το ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της κατασκοπείας, με την εισαγγελική πράξη να αναφέρει ότι δεν προέκυψαν τα αναγκαία στοιχεία. Κατά τον κ. Τζαβέλλα, η απόφαση του πλημμελειοδικείου «πιθανολογεί, ανεπιβεβαίωτα, ότι λόγω της ιδιότητας ορισμένων εκ των στόχων του κατασκοπευτικού λογισμικού Predator (…) σε συνδυασμό με την έκταση των δεδομένων που μπορούσαν να αποσπασθούν, είχε ως αποτέλεσμα την τετελεσμένη ή εν αποπείρα περιέλευση στην κατοχή ή στη γνώση των καταδικασθέντων και τυχόν τρίτων συμμετόχων τους των θεωρούμενων, επισφαλώς, ως κρατικών απορρήτων, που θεωρούνταν πιθανό ότι περιέχονταν στις συσκευές κινητών τηλεφώνων των ανωτέρω σημαντικών Ελλήνων αξιωματούχων, από μόνο το γεγονός ότι αυτά, επισφαλώς και υποθετικά, θεωρούνταν ως περιεχόμενα στις συσκευές κινητών τηλεφώνων των ανωτέρω προσώπων, χωρίς ποτέ να ανιχνευθούν και να εξετασθούν, ώστε να διαπιστωθεί αν πράγματι επρόκειτο για κρατικά απόρρητα».
Σχετικά με τον ισχυρισμό του πρώην υπουργού Χρήστου Σπίρτζη ότι διατηρούσε στην ηλεκτρονική αλληλογραφία του τρία σημαντικά μηνύματα που αφορούσαν κρατικές υποθέσεις, ο κ. Τζαβέλλας υποστηρίζει ότι δεν επιβεβαιώνεται ο χαρακτήρας των «μηνυμάτων ως κρατικών απορρήτων», αφού –μεταξύ άλλων– δεν ήταν διαβαθμισμένα, ούτε η ύπαρξή τους στο κινητό του πρώην υπουργού του ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώθηκε στο πλαίσιο κατάλληλης έρευνας.
Κατά την εκτίμηση του κ. Τζαβέλλα, οι ιδιότητες των στόχων του παράνομου λογισμικού δεν μπορούν από μόνες τους να υποστηρίξουν το ενδεχόμενο της κατασκοπείας, αφού μεταξύ των θυμάτων «περιλαμβάνονται άτομα, όπως ο Μένανδρος (Μένιος) Φουρθιώτης ή ο Λάκης Λαζόπουλος, που επ’ ουδενί δεν θα μπορούσαν να αποτελούν στόχο κατασκόπων». Καταλήγοντας στο ζήτημα της κατασκοπείας, ο κ. Τζαβέλλας χαρακτηρίζει «ασφαλή» την εκτίμηση πως αν κάποιο εκ των θυμάτων «διατηρούσε στο κινητό του τηλέφωνο κρατικά μυστικά, πράγμα που ουδόλως αποδείχθηκε, τυχόν γνώση αυτών, εκ μέρους τρίτων, θα ήταν τυχαία και συμπτωματική».
Διακίνηση λογισμικού
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και η προσέγγιση του ανώτατου εισαγγελικού λειτουργού και για το ενδεχόμενο τέλεσης του αδικήματος της παράνομης διακίνησης λογισμικού παρακολούθησης μετά το 2022. Οπως εξηγεί, δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις ότι οι εμπλεκόμενες εταιρείες συνέχισαν τέτοια δραστηριότητα κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, καθώς μόνον η κατάθεση του Π.Κ. (υπαλλήλου Intellexa), χωρίς την εισφορά και άλλων συγκεκριμένων στοιχείων στην ακροαματική διαδικασία, από την οποία να προκύπτει η ανωτέρω δραστηριότητα, δεν συνιστά νεότερο στοιχείο.
Εξεταστική θα προτείνει το ΠΑΣΟΚ
Σκληρή πολιτική αντιπαράθεση προκάλεσε η απόφαση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου να διατηρήσει στο αρχείο τον φάκελο της υπόθεσης των υποκλοπών. Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης κάλεσε το σύνολο του πολιτικού συστήματος να σεβαστεί αυτό που λέει η Δικαιοσύνη «ως μια ένδειξη ελάχιστου, αυτονόητου σεβασμού στην ανεξαρτησία των εξουσιών». Ομως, για την αξιωματική αντιπολίτευση η απόφαση αποτελεί «ένα ακόμη επεισόδιο απαξίωσης του κράτους δικαίου και της διάκρισης των εξουσιών», όπως δήλωσε ο πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ Νίκος Ανδρουλάκης, ο οποίος πρόσθεσε ότι «η ηγεσία της Δικαιοσύνης αρνήθηκε να κάνει την ελάχιστη ανακριτική πράξη. Δεν κάλεσε τον κ. Ντίλιαν για να προσκομίσει τα στοιχεία στα οποία ο ίδιος αναφέρθηκε λέγοντας πως το λογισμικό πωλείται μόνο σε κράτη και κρατικές υπηρεσίες». Ο κ. Ανδρουλάκης χαρακτήρισε «επικίνδυνο» τον κ. Μητσοτάκη και πρόσθεσε ότι «πρέπει να φύγει για να αναπνεύσει η χώρα, για να αναπνεύσει η δημοκρατία». Προανήγγειλε ότι τις επόμενες ημέρες η Κ.Ο. του ΠΑΣΟΚ θα καταθέσει αίτημα για εξεταστική επιτροπή και κάλεσε τα υπόλοιπα κόμματα «να στηρίξουν το αίτημα». Σύμφωνα με πληροφορίες, ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά κινούνται προς αυτή την κατεύθυνση. «Κάθε επίθεση κατά της Δικαιοσύνης αποτελεί προβληματική συμπεριφορά», απάντησε ο κυβερνητικός εκπρόσωπος. Οργισμένες ήταν οι αντιδράσεις και των υπολοίπων κομμάτων της αντιπολίτευσης. Απαράδεκτη χαρακτήρισε τη διάταξη του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου ο Σωκράτης Φάμελλος, «απαιτώντας» την ανάκλησή της. Από το ΚΚΕ αναφέρουν πως «η πολύ βολική για την κυβέρνηση απόφαση της Εισαγγελίας του Αρείου Πάγου να κρατήσει στο αρχείο τη δυσώδη υπόθεση των υποκλοπών αναδεικνύει ότι οι μεθοδεύσεις συγκάλυψης αποτελούν συστατικό στοιχείο του αστικού “κράτους δικαίου”». Ο Γαβριήλ Σακελλαρίδης υποστήριξε πως «είναι προφανές ότι η δικαστική εξουσία στήνει ένα πέπλο προστασίας γύρω από το Μέγαρο Μαξίμου και προσωπικά τον πρωθυπουργό». Ο Κυριάκος Βελόπουλος δήλωσε πως «από εδώ και στο εξής δεν θα υπάρχει αδίκημα κατασκοπείας με βούλα του Αρείου Πάγου». Στην απόφαση του Αρείου Πάγου αντέδρασε και ο Αλέξης Τσίπρας, με σαφή αιχμή πως «ό,τι εύκολα μπαίνει στο αρχείο, το ίδιο εύκολα βγαίνει από το αρχείο».
























