Πτυχές της λαρισαϊκής αστικής μνήμης που κινδυνεύουν να χαθούν φωτίζει με σημερινό κείμενό του στην «Ε» ο Νίκος Παθεοδώρου. Ο βιογράφος της Λάρισας καταγράφει με λεπτομέρεια και σεβασμό την ιστορία ενός από τα εμβληματικά κτίρια της Λάρισα, της Οικίας Αλεξάνδρου, αφηγούμενος όχι μόνο την πορεία ενός σπιτιού, αλλά και τη διαδρομή ολόκληρων γενεών που σφράγισαν την ταυτότητα της πόλης.
Γράφει ο κ. Νίκος Παπαθεοδώρου:
Με την ευκαιρία της προσπάθειας που ανέλαβαν σύσσωμο το Δημοτικό Συμβούλιο, σωματεία, πολιτιστικοί φορείς και απλοί πολίτες, να ανακηρυχθεί διατηρητέα η κατοικία Αλεξάνδρου επί της οδού Παπακυριαζή, θεωρώ ότι είναι σκόπιμη η αναφορά στην ιστορική διαδρομή του κτιρίου, με την παράθεση και φωτογραφικού υλικού. Με τον τρόπο αυτό νομίζω ότι μπορεί να γίνει κατανοητή η προσπάθεια που καταβάλλεται, ώστε η πολιτεία να προβεί στη διατήρησή του.
Η οικογένεια Αλεξάνδρου θεωρείται από τις παλαιότερες της περιοχής μας. Η παρουσία της ανιχνεύεται από την περίοδο ακόμη της τουρκοκρατίας. Ο τελευταίος απόγονός της, ο Δημητράκης Αλεξάνδρου, κατόρθωσε χάρη στη μεγάλη υπομονή, στην οξύτατη μνήμη που διέθετε και τις έρευνές του, να αποκαλύψει το γενεαλογικό του δένδρο με μεγάλη επιμέλεια και ελάχιστα κενά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του γενεαλογικού δένδρου, η αναζήτηση προγόνων έφθασε μέχρι το 1780, δηλ. 2,5 αιώνες περίπου από σήμερα. Η καταγωγή της οικογένειας είναι από τα Αμπελάκια και γενάρχης θεωρείται κάποιος Δωδώνης με τη σύζυγό του Δέσποινα Λεονάρδου. Από το ζευγάρι αυτό ξεκινούν τα κλαδιά του δένδρου, τα οποία διακλαδίζονται συνεχώς μέχρι σήμερα. Μέσα σ’ αυτό το δένδρο συναντά κανείς πολλές γνωστές οικογένειες της Λάρισας όπως Αλεξάνδρου, Κουκουτάρα, Γκόλαντα, Κίττα, Μπαρμπούτη, Ζαρίμπα, Δημητρακοπούλου, Μουλούλη, Ροδοπούλου, Βασιλείου, Καραμπίλια, Κολτσιδοπούλου και πολλές άλλες, ουσιαστικά τη μισή αστική τάξη της ιστορίας της Λάρισας.
Η κατοικία της οικογένειας Αλεξάνδρου για την οποία γίνεται λόγος διατηρήσεώς της, κτίστηκε περί το 1910 στην τότε οδό Μουσών (η σημερινή οδός Παπακυριαζή), από τον εργολάβο Δημήτριο Πουλιάδη, με τη συνδρομή ικανών εμπειρικών τεχνιτών, για να στεγάσει την οικογένεια ενός ευκατάστατου υφασματέμπορου της Λάρισας, του Αντωνιάδη. Ο τελευταίος διατηρούσε μαζί με τον αδελφό του μεγάλο κατάστημα επί της οδού Ερμού, με παντός είδους υφάσματα. Η κατοικία αυτή ήταν διώροφη και εξωτερικά είχε όλα τα χαρακτηριστικά στοιχεία του νεοκλασικισμού, ενός ρυθμού ο οποίος μεσουράνησε στη χώρα μας από το 1850 μέχρι το 1920. Περίτεχνες κορνίζες γύρω από τα ανοίγματα, εξώστης, γείσο κάτω από τη στέγη, ακροκέραμα και άλλα στοιχεία, του πρόσθεταν αίγλη και ομορφιά.
Το 1922 οι αδελφοί Αντωνιάδη μετέφεραν την επιχείρησή τους στην Αθήνα και η κατοικία τους αγοράστηκε από τον Ιωάννη Αλεξάνδρου. Ο τελευταίος ήταν ήδη ένα προβεβλημένο μέλος της λαρισαϊκής κοινωνίας και επιτυχημένος έμπορος υαλικών με επίζηλους τίτλους. Το 1906 του είχε απονεμηθεί ο τίτλος του «Προμηθευτού της Α.Β.Υ. του πρίγκιπος Ανδρέου», ο οποίος την περίοδο εκείνη βρισκόταν με τη σύζυγό του Αλίκη στη Λάρισα ως διοικητής του συντάγματος Ιππικού. Στη διώροφη κατοικία της οδού Παπακυριαζή ο Ιωάννης Αλεξάνδρου στέγασε την οικογένειά του όλα τα χρόνια του μεσοπολέμου.
Όμως με τον σεισμό της 1ης Μαρτίου 1941 η κατοικία υπέστη σοβαρές ζημιές. Τμήματα του άνω ορόφου κατέρρευσαν (ίδε και επισυναπτόμενη φωτογραφία του 1941) και ο όροφος κατέστη ακατοίκητος. Κατά τη διάρκεια της κατοχής η οικογένεια Αλεξάνδρου μετακόμισε στην Αθήνα.
Μεταπολεμικά ο άνω όροφος κατασκευάστηκε εκ νέου, αλλά ο ιδιοκτήτης δεν επανέφερε την κατοικία του εξωτερικά στην αρχική μορφή της. Απάλειψε και από τους δύο ορόφους όλα τα εξωτερικά νεοκλασικά στοιχεία και τις λοιπές αρχιτεκτονικές διακοσμήσεις που είχε προπολεμικά και τελικά πήρε τη σημερινή μορφή της (ίδε σημερινή φωτογραφία).
Όμως μεταπολεμικά η ομορφιά της κατοικίας περιορίστηκε στο εσωτερικό της. Ήταν ένα μικρό παλατάκι με βαρύτιμες διακοσμητικές ταπετσαρίες, μεγάλα επιτοίχια κορνιζαρισμένα ζωγραφικά έργα, βελούδινες κουρτίνες, με πολλά κάδρα ατόμων της ιστορικής οικογένειας και ζωγραφικούς πίνακες. Το εσωτερικό του αυτό διατηρήθηκε αναλλοίωτο, όπως ήταν κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, όταν φιλικές συγκεντρώσεις και θορυβώδεις βεγγέρες αντηχούσαν στους τοίχους του και βιεννέζικοι πολυέλαιοι σκορπούσαν άπλετο το φως τους. Ας σημειωθεί ότι στους χώρους του γυρίστηκε μέρος του κινηματογραφικού έργου «Παπαφλέσσας».
Με την είσοδο στο εσωτερικό του σε κυρίευε η αύρα της αρχοντιάς και της ιστορικής του μνήμης, την οποία ο τελευταίος απόγονός του σεβάσθηκε με ευλάβεια και τη διατήρησε μέχρι τον θάνατό του. Να φανταστείτε ότι ακόμη και οι κοινόχρηστοι χώροι και τα οικιακά σκεύη, διατηρήθηκαν όπως ήταν προπολεμικά, χωρίς να διαταραχθεί η αρμονία τους.
























