Μέσα σε ένα περιβάλλον έντονων διεθνών αβεβαιοτήτων και αυξανόμενου ανταγωνισμού, η ελληνική κυβέρνηση επιχειρεί να επανακαθορίσει το φορολογικό πλαίσιο με στόχο την ουσιαστική ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων, και ιδιαίτερα των μικρομεσαίων. Το οικονομικό επιτελείο προετοιμάζει ένα πακέτο παρεμβάσεων που φιλοδοξεί να τεθεί σε εφαρμογή από το νέο έτος, συνδυάζοντας δημοσιονομική ευελιξία με στοχευμένα κίνητρα για την αγορά.
Παρά τις εξωτερικές προκλήσεις που θα μπορούσαν να ανατρέψουν τους σχεδιασμούς, εκτιμάται ότι θα διατεθεί περίπου 1 δισ. ευρώ για το 2027, προκειμένου να υλοποιηθούν μέτρα όπως η μείωση των φορολογικών συντελεστών και της προκαταβολής φόρου και η κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος. Ταυτόχρονα, προωθείται η αναμόρφωση του πλαισίου για μετασχηματισμούς και συγχωνεύσεις, με στόχο τη δημιουργία ισχυρότερων επιχειρηματικών σχημάτων και τον περαιτέρω περιορισμό της φοροδιαφυγής. Στο επίκεντρο, ωστόσο, βρίσκεται και η ενεργοποίηση νέων φορολογικών εργαλείων που θα τονώσουν τις ιδιωτικές επενδύσεις. Αλλωστε ο στόχος αυτός αποτελεί κεντρικό στοιχείο της αναπτυξιακής στρατηγικής της Ε.Ε. Είναι ενδεικτικό ότι σε πρόσφατη έκθεση της Ε.Ε. (7 Απριλίου 2026) σημειώνεται ότι τα τελευταία χρόνια, οι δημόσιες επενδύσεις, ενισχυμένες από το Ταμείο Ανάκαμψης και άλλα κονδύλια της Ε.Ε., ήταν ισχυρές, αλλά οι ιδιωτικές επενδύσεις υπήρξαν λιγότερο δυναμικές.
Μάλιστα προτείνεται αντί μειώσεων των φορολογικών συντελεστών να δοθούν στοχευμένα κίνητρα. Συγκεκριμένα, αντί για γενικές μειώσεις στους φορολογικούς συντελεστές, προτείνεται η παροχή στοχευμένων κινήτρων που ενθαρρύνουν άμεσα τις επενδύσεις των επιχειρήσεων. Τέτοια μέτρα περιλαμβάνουν τις φορολογικές πιστώσεις επενδύσεων, τις επιταχυνόμενες αποσβέσεις και τις πιο γενναιόδωρες εκπτώσεις κεφαλαίου, δηλαδή τη δυνατότητα των επιχειρήσεων να αφαιρούν μεγαλύτερο ή ταχύτερα μέρος του κόστους μιας επένδυσης από τα φορολογητέα κέρδη τους. Με αυτόν τον τρόπο μειώνεται ο φόρος κυρίως για όσους πραγματικά επενδύουν, γεγονός που καθιστά τα μέτρα αυτά πιο αποτελεσματικά από μια οριζόντια μείωση φόρων.
Ειδικότερα, στο πλαίσιο ενίσχυσης των μικρομεσαίων επιχειρήσεων στο τραπέζι είναι:
• Κατάργηση του τέλους επιτηδεύματος για τις επιχειρήσεις, ενός μέτρου που επιβλήθηκε στα μνημονιακά χρόνια και συγκεκριμένα το 2011. Πρόκειται για ένα φόρο που δεν συνδέεται με την πραγματική οικονομική κατάσταση της επιχείρησης, καθώς επιβάλλεται ανεξάρτητα από το αν είναι κερδοφόρα ή ζημιογόνα. Η επιχειρηματική κοινότητα ζητάει εδώ και χρόνια την πλήρη κατάργησή του, υποστηρίζοντας ότι λειτουργεί ως αντικίνητρο για την ανάπτυξη και την επένδυση.
Προωθούνται στοχευμένα φορολογικά κίνητρα για συγχωνεύσεις, με στόχο τη δημιουργία ισχυρότερων επιχειρηματικών σχημάτων.
Σημειώνεται ότι το τέλος επιτηδεύματος έχει καταργηθεί για τους ελεύθερους επαγγελματίες από το 2025 και παρέμεινε για τις επιχειρήσεις οι οποίες καλούνται ετησίως να πληρώσουν 800-1.000 ευρώ ανάλογα με το πού βρίσκεται η έδρα της εταιρείας. Σήμερα, το τέλος επιτηδεύματος κοστίζει στις επιχειρήσεις περί τα 240 εκατ. ευρώ.
• Μείωση του ποσοστού της προκαταβολής φόρου για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις. Η προκαταβολή αποφέρει περί τα 3,6 δισ. ευρώ ετησίως στον προϋπολογισμό και η μείωσή της θα δημιουργούσε κενό εσόδων μόνο για ένα έτος. Παρότι η πρακτική της προπληρωμής φόρου δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα, το ύψος και η λειτουργία της προκαταβολής στη χώρα μας διαφοροποιούνται αισθητά σε σχέση με άλλες χώρες της Ε.Ε.
Σήμερα, οι ελληνικές επιχειρήσεις καλούνται να καταβάλλουν προκαταβολή φόρου που ανέρχεται στο 80% του φόρου εισοδήματος που προκύπτει από τα κέρδη του προηγούμενου έτους, ενώ για τις νεοσύστατες επιχειρήσεις προβλέπεται μειωμένο ποσοστό (κατά 50% για τα τρία πρώτα χρόνια).
• Μείωση φορολογικών συντελεστών. Ο συντελεστής φορολόγησης των κερδών ανέρχεται στο 22%. Στις σκέψεις του οικονομικού επιτελείου είναι η μείωσή του στο 20%. Σημειώνεται ότι οι συντελεστές φορολογίας εταιρειών στην Ε.Ε. έχουν μειωθεί, αν και με βραδύτερο ρυθμό, ενώ τα έσοδα παρέμειναν σταθερά ή ακόμη και αυξήθηκαν τα τελευταία χρόνια. Από το 1995, τόσο οι ονομαστικοί όσο και οι πραγματικοί συντελεστές φόρου εταιρειών έχουν μειωθεί στην Ε.Ε., με τον μέσο ανώτατο ονομαστικό συντελεστή να υποχωρεί από 35% το 1995 σε 25% το 2005 και σε 21% το 2023.
Η προκαταβολή φόρου αποφέρει στο κράτος περί τα 3,6 δισ. ετησίως και η μείωσή της θα δημιουργούσε κενό εσόδων μόνο για ένα έτος.
• Νέα μείωση των εργοδοτικών εισφορών. Η μείωση θα είναι της τάξης της μισής ποσοστιαίας μονάδας. Σημειώνεται ότι από το 2019 οι εισφορές έχουν μειωθεί συνολικά κατά 5,4 μονάδες, ενώ με νέα μείωση θα διαμορφωθούν στο 35,66%, κοντά στον μέσο όρο της Ε.Ε.
• Ενα μέτρο που επίσης θα συζητηθεί και είναι πιθανό να γίνει αποδεκτό από την κυβέρνηση έπειτα από αιτήματα φορέων είναι η βελτίωση της υφιστάμενης πάγιας ρύθμισης οφειλών σε ασφαλιστικά ταμεία και Δημόσιο. Οι φορείς έχουν ζητήσει βέβαια και νέα ρύθμιση οφειλών σε 120 δόσεις που προς το παρόν δεν φαίνεται να «προχωράει».
























