Σκαρφαλωμένος σε σκαλωσιές, κάτω από θόλους που μοιάζουν να αγγίζουν τον ουρανό, ο αγιογράφος Κώστας Θεοδώρου βιώνει την Ανάσταση με έναν τρόπο διαφορετικό από τον μέσο πιστό. Για εκείνον, δεν είναι μόνο μια νύχτα φωτός και λαμπάδων, είναι μια πολύμηνη πορεία δημιουργίας, πίστης και σιωπηλής αφοσίωσης.

«Πριν αρχίσω, στέκομαι για λίγο σιωπηλός. Δεν μπορώ να αποδώσω την Ανάσταση αν δεν την αισθανθώ πρώτα μέσα μου», μας εξηγεί ο κ. Θεοδώρου. Το φως αποτελεί το βασικό στοιχείο της παράστασης.
Σε αντίθεση με τη δυτική ζωγραφική, εδώ δεν υπάρχει πηγή φωτός, οι μορφές φωτίζονται εκ των έσω. Αυτό το «άκτιστο φως» είναι και η μεγαλύτερη πρόκληση. Στο εργαστήριο πάλι, που μυρίζει κερί και φυσικές χρωστικές, η έννοια της Ανάστασης δεν αποτελεί για εκείνον απλώς ένα θρησκευτικό γεγονός, αλλά μια καθημερινή πνευματική εμπειρία. Για τον αγιογράφο, η Ανάσταση δεν αποτυπώνεται μόνο ως εικόνα, είναι μια διαδικασία εσωτερικής αναγέννησης που περνά από το χέρι στην καρδιά και από εκεί στο ξύλο της εικόνας.

Η μορφή του Χριστού που αναδύεται από τον Άδη, φωτεινή και επιβλητική, δεν είναι αποτέλεσμα φαντασίας αλλά αυστηρής παράδοσης. Κάθε γραμμή, κάθε σκιά, κάθε λεπτομέρεια έχει θεολογική σημασία. Η τεχνική της αγιογραφίας απαιτεί υπομονή και πειθαρχία. Από την προετοιμασία του ξύλου μέχρι την τοποθέτηση του χρυσού φόντου, όλα γίνονται με ιεροτελεστία.

«Το φως στην εικόνα δεν έρχεται απ’ έξω, αλλά αναβλύζει από μέσα», σημειώνει ο αγιογράφος, αναφερόμενος στη συμβολική χρήση των χρωμάτων που αποδίδουν το άκτιστο φως της Ανάστασης.

«Αν ο άνθρωπος που θα σταθεί μπροστά στην εικόνα νιώσει έστω και μια στιγμή γαλήνης ή πίστης, τότε η Ανάσταση έχει ήδη συμβεί», καταλήγει.

Δ. Καστανάρας – Λ. Τζέκας // LarissaPress
























