Του Άγγελου Προβιά
Θετική αρχή χαρακτηρίζει ο ΣΘΕΒ την ανακοίνωση των μέτρων της κυβέρνησης για τη μείωση του ενεργειακού κόστους στη βιομηχανία, θέτοντας ωστόσο ως επόμενο ζητούμενο τη συνέχιση της συνεργασίας με την Πολιτεία για τη διαμόρφωση ενός σταθερού και βιώσιμου ενεργειακού πλαισίου.
Η κυβέρνηση ανακοίνωσε πακέτο τριών μέτρων για τη στήριξη της βιομηχανίας, εν μέσω αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας και έντονων πιέσεων στο ενεργειακό κόστος, επιχειρώντας να θωρακίσει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να περιορίσει τις επιπτώσεις της κρίσης.
Το συνολικό σχήμα στήριξης βασίζεται σε δύο κύριους άξονες: αφενός στην άμεση μείωση του ενεργειακού κόστους και αφετέρου στην ενίσχυση επενδύσεων για ενεργειακή αποδοτικότητα και «πράσινο» μετασχηματισμό της βιομηχανίας.
Συγκεκριμένα, το πακέτο περιλαμβάνει:
200 εκατ. ευρώ για επενδύσεις ενεργειακής αποδοτικότητας μέσω του Modernization Fund
75 εκατ. ευρώ ετησίως για αντιστάθμιση κόστους CO₂
26 εκατ. ευρώ ετησίως από τη μείωση των χρεώσεων ΥΚΩ
Ο πρόεδρος του ΣΘΕΒ, Γιώργος Ρουπακιάς, σχολιάζοντας στη LarissaPress τα μέτρα, τα χαρακτήρισε «θετικό πρώτο βήμα», επισημαίνοντας ωστόσο ότι δεν επιλύουν το διαχρονικό, διαρθρωτικό πρόβλημα που επιβαρύνει την ελληνική παραγωγή.
Όπως ανέφερε, «παρότι τα μέτρα αποτελούν μια αναγκαία εξέλιξη, δεν επαρκούν για να καλύψουν τις υφιστάμενες ανισότητες», προσθέτοντας ότι φαίνεται να ευνοούν κυρίως τις ιδιαίτερα ενεργοβόρες βιομηχανίες, ενώ οι μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις.
Αναλυτικά ο κ. Ρουπακιάς αναφέρει:
«Η ανακοίνωση των νέων μέτρων για τη μείωση του ενεργειακού κόστους της βιομηχανίας αποτελεί ένα θετικό πρώτο βήμα, χωρίς όμως να επιλύει το διαχρονικό διαρθρωτικό πρόβλημα που επιβαρύνει την ελληνική παραγωγή.
Το ενεργειακό κόστος στην Ελλάδα παραμένει από τα υψηλότερα στην Ευρώπη, δημιουργώντας σημαντικό ανταγωνιστικό μειονέκτημα για τις επιχειρήσεις.
Η βιομηχανία ανέμενε εδώ και καιρό ουσιαστικές παρεμβάσεις από την Πολιτεία, καθώς το ζήτημα επηρεάζει άμεσα τη βιωσιμότητα, τις επενδύσεις και τη συνολική ανταγωνιστικότητα της οικονομίας. Παρότι τα μέτρα αποτελούν μια αναγκαία εξέλιξη, δεν επαρκούν για να καλύψουν τις υφιστάμενες ανισότητες.
Επιπλέον, φαίνεται να ευνοούν κυρίως τις ιδιαίτερα ενεργοβόρες βιομηχανίες, ενώ οι μικρές και μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν έντονες πιέσεις. Σε ένα περιβάλλον διεθνούς ενεργειακής κρίσης και υψηλών τιμών, απαιτείται ένας ολοκληρωμένος σχεδιασμός με μόνιμες παρεμβάσεις, ώστε να διασφαλιστούν ανταγωνιστικές τιμές ενέργειας και να ενισχυθεί η
βιώσιμη ανάπτυξη.
Συνολικά, μετά από μια μακρά περίοδο αδράνειας, τα μέτρα συνιστούν μια θετική αρχή, με επόμενο ζητούμενο τη συνέχιση της συνεργασίας με την Πολιτεία για τη διαμόρφωση ενός σταθερού και βιώσιμου ενεργειακού πλαισίου για τη βιομηχανία».
























