Επί τέσσερις γενιές, η οικογένεια Σαρτόρι από το Πλίμουθ του Ουισκόνσιν παρασκευάζει τυρί Asiago, συνεχίζοντας μια παράδοση που ξεκινά από τον πατριάρχη Πάολο Σαρτόρι, ο οποίος καταγόταν από περιοχή κοντά στο Αζιάγκο της Ιταλίας.
Ωστόσο, υπό τις πιέσεις της Ευρωπαϊκής Ενωσης, πολλές χώρες μπλοκάρουν πλέον Αμερικανούς παραγωγούς, όπως οι Σαρτόρι, ώστε να μη χρησιμοποιούν την ονομασία Asiago, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να χρησιμοποιείται μόνο για τυρί που παράγεται με τον «σωστό» τρόπο στην Ιταλία. Το ίδιο ισχύει για τυριά όπως η παρμεζάνα και το ρομάνο που παράγουν οι Σαρτόρι. Για να αποφύγει γενικούς όρους, όπως σκληρό τυρί ιταλικού τύπου, η εταιρεία περιορίζει τις αγορές στις οποίες διαθέτει τα προϊόντα της εκτός ΗΠΑ.
«Οι καταναλωτές πρέπει να αποφασίζουν ποιο τυρί κερδίζει στην αγορά, όχι οι Ευρωπαίοι δικηγόροι», υποστηρίζει ο Μπερτ Σαρτόρι, δισέγγονος του Πάολο.
Η Ουάσιγκτον αντεπιτίθεται
Τώρα, η κυβέρνηση Τραμπ επιχειρεί να κατοχυρώσει διεθνώς το δικαίωμα χρήσης του Asiago από το Ουισκόνσιν – καθώς και της αμερικανικής… φέτας, της παρμεζάνας, της γκοργκοντζόλας, των μπρι και μίνστερ.
Σε διεθνείς εμπορικές συμφωνίες απαιτούν από τρίτες χώρες να αποδεχθούν την αμερικανική θέση περί γενικών ονομασιών τροφίμων. Κυβερνήσεις όπως αυτές της Ταϊβάν, της Μαλαισίας και της Αργεντινής δεσμεύονται να επιτρέψουν σε αμερικανικές εταιρείες να διαθέτουν τα τυριά τους με τις ονομασίες που αναγνωρίζει το ευρύ κοινό.
«Η περασμένη χρονιά αποτέλεσε πραγματική τομή», δήλωσε η Σόνα Μόρις, επικεφαλής εμπορικής πολιτικής στην Εθνική Ομοσπονδία Παραγωγών Γάλακτος των ΗΠΑ.
Η Ευρώπη αντιστέκεται
Η αμερικανική εκστρατεία προκάλεσε έντονη αντίδραση από το Consorzio del Formaggio Parmigiano Reggiano, που εκπροσωπεί εκατοντάδες Ιταλούς παραγωγούς. Το κονσόρτσιουμ αντιτίθεται στη χρήση της ονομασίας της παρμεζάνας για τυριά που δεν παράγονται στη συγκεκριμένη περιοχή της βόρειας Ιταλίας και σύμφωνα με αυστηρά πρότυπα παραγωγής.
Το 2023, μια αμερικανική επιχείρηση που εμπορευόταν τριμμένο τυρί εντοπίστηκε από ελεγκτές του κονσόρτσιουμ να χρησιμοποιεί την ονομασία της παρμεζάνας σε έκθεση τροφίμων στη Γερμανία. Δικαστικός επιμελητής αφαίρεσε τη λέξη από διαφήμιση. Το κονσόρτσιουμ ανέφερε ότι στην Ευρωπαϊκή Ενωση «απαγορεύεται απολύτως η πώληση ή διαφήμιση αυτών των απομιμητικών προϊόντων».
Το 2025, το κονσόρτσιουμ εκτιμούσε ότι οι πωλήσεις «ψεύτικης παρμεζάνας» εκτός Ε.Ε. ξεπερνούσαν τα 2 δισ. ευρώ ετησίως.
Ζήτημα διαφάνειας
Ο πρόεδρος της οργάνωσης, Νίκολα Μπερτινέλι, δήλωσε ότι το ζήτημα αφορά τη διαφάνεια προς τους λάτρεις του τυριού. «Οι καταναλωτές μπορεί να πιστεύουν ότι αγοράζουν ένα προϊόν συνδεδεμένο με συγκεκριμένη ιταλική προέλευση και μέθοδο παραγωγής, ενώ κάτι τέτοιο δεν ισχύει», είπε.
Σύμφωνα με τη Wall Street Journal, «αμερικανικές γαλακτοκομικές επιχειρήσεις είναι μεγάλες και αποδοτικές, με γενιές εμπειρίας στην παραγωγή τυριών ευρωπαϊκού τύπου, γεγονός που τους επιτρέπει συχνά να προσφέρουν χαμηλότερες τιμές από τους Ευρωπαίους ανταγωνιστές». Πέρυσι, οι εξαγωγές των Αμερικανών παραγωγών τυριών αυξήθηκαν κατά 20%, φτάνοντας σε ιστορικό υψηλό 613.000 τόνων.
Οπως παρατηρεί η WSJ, δεν είναι πάντοτε σαφές πότε μία γεωγραφική ονομασία γίνεται σιωπηλά αποδεκτή ως είδος προϊόντος. Παραδείγματος χάρη, αναφέρει η εφημερίδα, κάποια στιγμή έγινε αποδεκτό πως το τσένταρ είναι είδος τυριού και έπαψε να θεωρείται προϊόν που πρέπει να προέρχεται από το Τσένταρ της Αγγλίας. Στον αντίποδα, ακόμη και οι ΗΠΑ αναγνωρίζουν ότι ο όρος Champagne αφορά γενικά μόνο αφρώδη οίνο από συγκεκριμένη περιοχή της Γαλλίας.
Η φέτα του Πολύφημου και το «διπλό ταμπλό» της Ινδονησίας
«Για τους Αμερικανούς, η φέτα είναι ένα θρυμματιζόμενο τυρί. Για την Ευρωπαϊκή Ενωση, η φέτα -αν και δεν είναι τοπωνύμιο- μπορεί να προέρχεται μόνο από συγκεκριμένες περιοχές της Ελλάδας με παράδοση αιώνων στην παραγωγή της», παρατηρεί η WSJ. Η Ε.Ε. επισημαίνει ότι μια πρώιμη μορφή φέτας αναφέρεται ήδη στην «Οδύσσεια», όταν ο ήρωας παίρνει τυρί από τη σπηλιά του Κύκλωπα Πολύφημου.
Σε γενικές γραμμές, ΗΠΑ και Ε.Ε. έχουν οδηγηθεί σε αδιέξοδο όσον αφορά τον τρόπο που αντιμετωπίζει η καθεμία τα τυριά εντός της επικράτειάς της. Ετσι, το πεδίο της σύγκρουσης μεταφέρεται στον υπόλοιπο κόσμο.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Ινδονησίας, μιας νησιωτικής χώρας 285 εκατομμυρίων κατοίκων που δεν διαθέτει επαρκείς βοσκότοπους για κτηνοτροφία. Η χώρα εισάγει γαλακτοκομικά προϊόντα αξίας 220 εκατ. δολαρίων ετησίως από τις ΗΠΑ.
Τον Σεπτέμβριο, η Ε.Ε. ανακοίνωσε εμπορική συμφωνία με την Ινδονησία που υποχρεώνει τη χώρα να προστατεύσει περισσότερα από 200 είδη τροφίμων. Παράρτημα της συμφωνίας ορίζει ότι για την Ινδονησία η φέτα προέρχεται αποκλειστικά από την Ελλάδα και η γκοργκοντζόλα από την Ιταλία.
Τον Φεβρουάριο, η κυβέρνηση Τραμπ αντέδρασε με δική της συμφωνία. Η Ινδονησία έσπευσε τότε να διαβεβαιώσει ότι θα επιτρέψει στους Αμερικανούς παραγωγούς να χρησιμοποιούν τις ονομασίες που προτιμούν – το ακριβώς αντίθετο δηλαδή από όσα είχε υποσχεθεί στους Ευρωπαίους. Καμία από τις δύο συμφωνίες δεν έχει ακόμη επικυρωθεί επίσημα από την ινδονησιακή κυβέρνηση.
Η Ε.Ε. απαιτεί συνέπεια
Ο εκπρόσωπος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ολοφ Γκιλ, διεμήνυσε ότι η Ινδονησία πρέπει να σεβαστεί τις ονομασίες των τυριών, διαφορετικά «θα υπάρξουν συνέπειες». Οι εμπορικές συμφωνίες με άλλες χώρες «δεν πρέπει να υπονομεύουν τις διμερείς συμφωνίες με την Ε.Ε.», σημείωσε. Το γραφείο του εμπορικού εκπροσώπου των ΗΠΑ και η κυβέρνηση της Ινδονησίας δεν απάντησαν σε αιτήματα για σχόλιο.
Τον Μάρτιο, η Ε.Ε. ολοκλήρωσε εμπορική συμφωνία με την Αυστραλία, η οποία προβλέπει την προστασία 396 ευρωπαϊκών προϊόντων. Βάσει της συμφωνίας, όλοι οι Αυστραλοί τυροκόμοι θα πρέπει να σταματήσουν να χρησιμοποιούν την ονομασία fontina εντός πέντε ετών. Οι υφιστάμενοι παραγωγοί θα μπορούν να συνεχίσουν να χρησιμοποιούν τον όρο φέτα, αλλά οι νέες εταιρείες δεν θα έχουν αυτό το δικαίωμα.
Η Αυστραλία δήλωσε ότι οι παραχωρήσεις αυτές ήταν απαραίτητες για την επίτευξη συμφωνίας με την Ε.Ε.
Ο Ιαν Σούμαν, ανώτερο στέλεχος της εταιρείας Schuman Cheese από το Νιου Τζέρσεϊ, η οποία εξάγει παρμεζάνα και Asiago, χαιρέτισε τις επιτυχίες της Ουάσιγκτον. «Οι συμφωνίες στη Νοτιοανατολική Ασία και τη Λατινική Αμερική είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντικές, δεδομένης της αύξησης του πληθυσμού και της ζήτησης για τυρί», δήλωσε.
























