Επιστρέφοντας από το Αργοστόλι, έπειτα από μια συγκινητική εκδήλωση για την παρουσίαση του βιβλίου μου, περάσαμε από την πόλη του Μεσολογγίου, μόνο και μόνο για να δούμε δύο πίνακες με θέμα την ηρωική έξοδο της 10ης Απριλίου του 1826.
Ο πρώτος πίνακας είναι του Ντελακρουά, «η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου»

και ο δεύτερος του Βρυζάκη, «η έξοδος του Μεσολογγίου».

Οι πίνακες μας μάγεψαν και μας δημιουργήσανε μια έντονη συγκίνηση. Καθώς περιδιάβαινα με το νου μου εκείνες τις συγκλονιστικές στιγμές της «εξόδου» έγραψα τις παρακάτω αράδες.
Διακόσια χρόνια έχουν περάσει από τη στιγμή που οι πολιορκημένοι του Μεσολογγίου ύψωσαν το ανάστημά τους απέναντι στην ιστορία και στον ίδιο το θάνατο. Η κραυγή «Ελευθερία ή θάνατος» δεν ήταν απλώς ένα σύνθημα, αλλά ένα ηχηρό σημάδι μιας βαθιάς υπαρξιακής στάσης. Ήταν η τελική υπέρβαση του ανθρώπου που υπερασπίζεται το νόημα της ζωής του, μαχόμενος με το θάνατο. Στην Έξοδο του Μεσολογγίου, οι άνθρωποι εξαντλημένοι από την πείνα και την απόγνωση, αλλά χορτασμένοι από αξιοπρέπεια, επέλεξαν να βαδίσουν προς το άγνωστο, μετατρέποντας το θάνατο σε πράξη ελευθερίας και την απώλεια σε μνήμη αθανασίας. Η ημέρα που επιλέξανε την ηρωική έξοδο ήταν το βράδυ προς την Κυριακή των Βαΐων. Η θριαμβευτική είσοδος του Ιησού στα Ιεροσόλυμα και η νίκη της ζωής έναντι του θανάτου (με την ανάσταση του Λαζάρου), φώτιζε την έξοδο εκείνων των ανθρώπων προς τη δική τους «ανάσταση».
«Η τελευταία μας ώρα ήγγικεν», θα γράψει ο Ελβετός φιλέλληνας Ιωάννης Μάγερ, συνεχίζοντας πως «η ιστορία θέλει μας δικαιώσει και οι μεταγενέστεροι θέλουν ελεεινολογήσει την συμφοράν μας. Εγώ δε καυχώμαι, διότι εντός ολίγου το αίμα ενός Ελβετού, ενός απογόνου του Γουλιέλμου Τέλλου, μέλλει να συμμιχθή με τα αίματα των ηρώων της Ελλάδος…».
Στεκόμενος σήμερα, ως άνθρωπος μιας εποχής πιο «εύκολης» και ταυτόχρονα περισσότερο πολύπλοκης, δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ, τι είναι αυτό που γεννά θάρρος και κάνει τους ανθρώπους γενναίους; Ποια εσωτερική δύναμη μεταμορφώνει το φόβο σε πράξη;
Ζούμε σ’ ένα κόσμο όπου η ανθρώπινη συμπεριφορά αναλύεται, κατηγοριοποιείται, ερμηνεύεται και μπαίνει εύκολα στη φόρμα της ψυχολογικοποίησης. Πως να εξηγήσουμε όμως τέτοιες πράξεις μόνο με ψυχολογικές ερμηνείες. Δεν επαρκούν οι ψυχολογικοί όροι και τα ψυχολογικά σχήματα να χωρέσουν τη συλλογική αίσθηση μιας ηρωικής πράξης, καθόσον το ηρωικό ανάστημα δεν έρχεται απλώς ως αποτέλεσμα των συνθηκών, αλλά ως υπέρβαση των συνθηκών. Σαφώς τον ήρωα τον γεννά η εποχή, όμως δεν είναι μόνο ο καιρός, ούτε μόνο η ιστορική συγκυρία, ο γεννήτορας. Είναι κυρίως η αίσθηση του «μαζί», της κοινότητας, της πατρίδας, της οικογένειας, της ρίζας και της συνέχειας. Είναι η βαθιά ριζωμένη εμπειρία ότι η ζωή δεν εξαντλείται στο άτομο, αλλά εκτείνεται σε κάτι μεγαλύτερο, σε κάτι που αξίζει να διασωθεί ακόμη και με το ύστατο τίμημα.
Και πάνω απ’ όλα, είναι το νόημα. Το νόημα της ελευθερίας, το νόημα της αξιοπρέπειας, το νόημα της συμμετοχής σε κάτι που ξεπερνά το εφήμερο της ύπαρξης μας. Όταν ο άνθρωπος συνδέεται με αυτά τα νοήματα, ο φόβος του θανάτου υποχωρεί, όχι γιατί παύει να υπάρχει, αλλά γιατί παύει να βιώνεται ως ο μεγαλύτερος κίνδυνος. Ο πραγματικός θάνατος είναι άλλος, είναι η απώλεια του νοήματος, η αποσύνδεση από το «εμείς», η μοναξιά ενός βίου χωρίς ρίζες και χωρίς προορισμό.
Σήμερα, οι δικές μας πολιορκίες δεν έχουν τείχη και κανόνια απέναντι, αλλά τη μορφή της αποξένωσης, της αβεβαιότητας και της απώλειας προσανατολισμού. Και οι δικές μας «έξοδοι» δεν είναι συνήθως θεαματικές, αλλά σιωπηλές και εσωστρεφείς. Η δική μας «έξοδος» είναι η διαρκής επιλογή να στεκόμαστε όρθιοι μέσα σε έναν κόσμο που μας θέλει παθητικούς και μόνους. Είναι η απόφαση να διατηρούμε την αξιοπρέπειά μας, να νοηματοδοτούμε τις ζωές μας και να συνδεόμαστε με τους άλλους ουσιαστικά.
Αν η σύγχρονη -αόρατη- μορφή πολιορκίας είναι η χειραγώγηση που καλλιεργεί το φόβο, η απομόνωση που παρουσιάζεται ως ασφάλεια, η «εύκολη» γνώση που αντικαθιστά τη βαθιά κατανόηση, και η σταδιακή εξοικείωση, έως απάθεια, με τον πόνο, τότε οι «έξοδοι» δεν μπορεί παρά να είναι βαθιά εσωτερικές και ταυτόχρονα βαθιά πολιτικές με την ευρεία έννοια του όρου. Η σύγχρονη έξοδος αφορά τον τρόπο που υπάρχουμε μέσα στον κόσμο και συνυπάρχουμε με τους άλλους.
Η μεγαλύτερη πράξη ελευθερίας σήμερα είναι να παραμένουμε ψυχικά κινητοποιημένοι. Να μη συνηθίσουμε και να μην ανεχόμαστε κανένα σύγχρονο «τέρας», από την απάθεια, τον ατομισμό, τον κυνισμό και την αποξένωση έως το φασισμό της ύπαρξης, δηλαδή την ομογενοποίηση, τη λατρεία της ισχύος και την αναζήτηση αποδιοπομπαίων τράγων. Κι εν τέλει να μη γίνουμε αδιάφοροι, αλλά να κρατάμε ζωντανή την ικανότητά μας να σκεφτόμαστε, να αισθανόμαστε και να σχετιζόμαστε.
Υπό αυτή την έννοια οι Ελεύθεροι Πολιορκημένοι στο θυσιαστήριο του Μεσολογγίου ανασύρονται στην ιστορική μας μνήμη ως μια διαρκής υπενθύμιση της δυνατότητας του ανθρώπου να ζει ελεύθερος. Ως μια διαρκής υπενθύμιση ότι ακόμη και μέσα στους περιορισμούς και στις νέες «πολεμικές» συνθήκες που μας πολιορκούν, μπορούμε να παραμείνουμε ελεύθεροι, αν κρατήσουμε ζωντανό το νόημα. Διακόσια χρόνια μετά, το ερώτημα δεν είναι αν μπορούμε να γίνουμε ήρωες όπως εκείνοι, αλλά αν μπορούμε να ζήσουμε με σημαία την ίδια αλήθεια. Αν δηλαδή μπορούμε να επιλέξουμε, στις δικές μας κρίσιμες στιγμές, όχι απλώς την επιβίωση, αλλά την ουσία της ζωής.
Η ζωή δεν καταναλώνεται, βιώνεται.
























