Η έβδομη κατά σειρά αλλαγή ηγεσίας στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων δεν γίνεται σε «ουδέτερο χρόνο». Τουναντίον.
Ο νέος υπουργός και ο υφυπουργός καλούνται να διαχειριστούν ένα χαρτοφυλάκιο που βρίσκεται ταυτόχρονα σε φάση κρίσης, μετάβασης και αμφισβήτησης – με το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ να λειτουργεί ως μόνιμη σκιά πάνω από το σύστημα πληρωμών και αξιοπιστίας του αγροτικού τομέα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται η ανάγκη εξυγίανσης του μηχανισμού ενισχύσεων, εκεί όπου τα τελευταία χρόνια έχουν καταγραφεί σοβαρές στρεβλώσεις, καθυστερήσεις και καταγγελίες για κακοδιαχείριση.
Το «σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ» δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο επεισόδιο αλλά σύμπτωμα βαθύτερης δυσλειτουργίας, ενός συστήματος που αμφισβητείται ως προς τη διαφάνεια, την ταχύτητα και –κυρίως– τη δικαιοσύνη στην κατανομή των ενισχύσεων. Η νέα ηγεσία καλείται με την ουσιαστική συνδρομή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων- να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη παραγωγών και ευρωπαϊκών αρχών, να διασφαλίσει την ομαλή ροή των κοινοτικών πόρων και να περιορίσει τον κίνδυνο δημοσιονομικών διορθώσεων.
Η διπλή υγειοονομική κρίση στην κτηνοτροφία
Την ίδια στιγμή, όμως, το υπουργείο έχει και άλλα σημαντικά ανοιχτά θέματα. Αρχής γενομένης με την κατάσταση που επικρατεί στην ελληνική κτηνοτροφία, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με μία διπλή υγειονομική κρίση.
Η ευλογιά των αιγοπροβάτων παραμένει ενεργή, με χιλιάδες εκτροφές να έχουν πληγεί και μισό εκατομμύριο ζώα να έχουν θανατωθεί, προκαλώντας σοβαρό πλήγμα στην παραγωγή και στο εισόδημα των κτηνοτρόφων. Παράλληλα, η εμφάνιση του αφθώδους πυρετού στη Λέσβο δημιουργεί έναν νέο κύκλο ανησυχίας, με αυστηρά μέτρα περιορισμού, απαγορεύσεις μετακινήσεων και έντονο φόβο για επέκταση της νόσου και επιπτώσεις στις εξαγωγές. Η διαχείριση αυτών των κρίσεων αναδεικνύει και ένα διαχρονικό πρόβλημα που αφορά στην υποστελέχωση και τον κατακερματισμό των κτηνιατρικών υπηρεσιών.
Το υπουργείο σχεδιάζει και αποφασίζει, αλλά η εφαρμογή των μέτρων περνά στις Περιφέρειες, δημιουργώντας συχνά ασυνέχειες, καθυστερήσεις και κενά ελέγχου. Σε ένα περιβάλλον όπου η ταχύτητα είναι κρίσιμη, το διοικητικό αυτό μοντέλο δοκιμάζεται στην πράξη. Στο οικονομικό πεδίο, οι εκκρεμότητες είναι εξίσου πιεστικές.
Οι αποζημιώσεις για τα θανατωθέντα ζώα, η στήριξη των παραγωγών που δεν μπορούν να διαθέσουν το γάλα τους λόγω των περιοριστικών μέτρων, αλλά και η γενικότερη ανάγκη ενίσχυσης της ρευστότητας στον πρωτογενή τομέα συνθέτουν ένα εκρηκτικό μείγμα. Παράλληλα δεν έχει υπάρξει καμία επίσημη κουβέντα για το πλάνο που θα ακολουθηθεί για την ανασύσταση των κοπαδιών. Σε πολλές περιοχές, ιδίως νησιωτικές, η κτηνοτροφία αποτελεί βασικό πυλώνα της τοπικής οικονομίας, και κάθε καθυστέρηση στη στήριξη μεταφράζεται σε πραγματικό κίνδυνο εγκατάλειψης της δραστηριότητας.
Η επικινδυνότητα εξαπλώνεται σε όλη τη αλυσίδα πλήττοντας και το δευτερογενή τομέα.
Η μείωση του ζωικού κεφαλαίου και οι περιορισμοί στην μετακίνηση ζώων επηρεάζει άμεσα την βιομηχανία γάλακτος και κρέατος και κατ’επέκταση το λιανεμπόριο.
Το ζήτημα των ζωονόσων δεν είναι μόνο αγροτικό, αποκτά διαστάσεις αποσταθεροποίησης της αγοράς, με τον αντίκτυπο για τις τιμές καταναλωτή να είναι αναπόφευκτος.
Η ΚΑΠ και η Mercosur
Σε αυτό το ήδη βεβαρημένο εσωτερικό περιβάλλον, προστίθεται μια εξίσου κρίσιμη ευρωπαϊκή διάσταση. Το 2026 αποτελεί κομβικό έτος, καθώς διαμορφώνεται η «αρχιτεκτονική» χρηματοδότησης της επόμενης προγραμματικής περιόδου, με την Κοινή Αγροτική Πολιτική να βρίσκεται υπό πίεση, αφενός από δημοσιονομικούς περιορισμούς, αφετέρου από την ανάγκη αναπροσανατολισμού της προς την πράσινη μετάβαση.
Για την Ελλάδα, το διακύβευμα δεν είναι θεωρητικό, καθώς αφορά άμεσα το ύψος και τους όρους των ενισχύσεων που θα στηρίξουν τον πρωτογενή τομέα τα επόμενα χρόνια.
Την ίδια ώρα, οι εμπορικές συμφωνίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τρίτες χώρες, όπως αυτή με τη Mercosur, μεταβάλλουν τους όρους ανταγωνισμού εις βάρος των ευρωπαίων παραγωγών, ενισχύοντας τις εισαγωγές προϊόντων χαμηλότερου κόστους και με χαλαρότερες περιβαλλοντικές προδιαγραφές. Στο ίδιο κάδρο, η προοπτική ένταξης της Ουκρανίας λειτουργεί ως καταλύτης ανατροπών. Μια χώρα με τεράστια αγροτική παραγωγική βάση και χαμηλότερο κόστος εισέρχεται –έστω και σταδιακά– στο ευρωπαϊκό σύστημα, απειλώντας να συμπιέσει περαιτέρω τις τιμές και να αναδιανείμει το αγροτικό εισόδημα εντός της Ένωσης.
Ο καταλύτης της κλιματικής κρίσης
Πάνω από όλα αυτά, η κλιματική κρίση αποτελεί καταλύτη για την επόμενη μέρα του αγροτικού τομέα. Οι επιπτώσεις σε καλλιέργειες και ζωικό κεφάλαιο αναδεικνύουν έναν τομέα ανεπαρκώς προετοιμασμένο, με αποσπασματικά μέτρα και περιορισμένες επενδύσεις ανθεκτικότητας. Βασική εκκρεμότητα παραμένει ο εκσυγχρονισμός του Ελληνικού Οργανισμού Γεωργικών Ασφαλίσεω (ΕΛΓΑ) που αποτελεί το ουσιαστικότερο εργαλείο διαχείρισης των επιπτώσεων της κλιματικής κρίσης. Το κόστος της αδράνειας μεταφέρεται απευθείας στους παραγωγούς και, τελικά, στους καταναλωτές.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, ο αγροτικός τομέας από κλαδικό ζήτημα μετατρέπεται σε στρατηγική προτεραιότητα. Η νέα ηγεσία του υπουργείου, συνεπώς καλείται να επανασχεδιάσει το πλαίσιο λειτουργίας ενός ολόκληρου κλάδου, υπό συνθήκες πίεσης σε όλα τα επίπεδα: θεσμικό, υγειονομικό, οικονομικό και γεωπολιτικό. Από την εξυγίανση του ΟΠΕΚΕΠΕ και την αποκατάσταση της αξιοπιστίας των πληρωμών, μέχρι τη διαχείριση των ζωονόσων και την προσαρμογή στις ευρωπαϊκές και διεθνείς εξελίξεις, το στοίχημα είναι σύνθετο και πολυεπίπεδο, ενώ ο χρόνος δεν είναι σύμμαχος.























