Το εργοστάσιο ιδρύθηκε σε μια μεγάλη έκταση με την ονομασία “Κιούρκα”, που ήταν κατάφυτη με θάμνους, βελανιδιές και άγρια δέντρα και όπως λέγεται ήταν το αγαπημένο στέκι των κυνηγών άγριων ζώων. Τα σημαντικό αυτό δάσος, σύμφωνα με πληροφορίες του Άγγλου περιηγητή William Leake, το έκαψε ο Βελή Πασάς, γιατί το χρησιμοποιούσαν ως κρησφύγετο οι κλέφτες. O Χρ. Ζωγράφος αγόρασε το δάσος από τους Τούρκους και το καθάρισε προκειμένου να καλλιεργηθεί η συγκεκριμένη έκταση και να κατασκευασθεί εδώ το άλλοτε περίφημο εργοστάσιο ζάχαρης.
Τα αδέλφια Γεώργιος και Σόλων Ζωγράφου δεν έμειναν μόνο στην καλλιέργεια δημητριακών, αλλά δημιούργησαν πρότυπες μονάδες καλλιέργειας ρυζιού και βαμβακιού. Στη συνέχεια οι ιδιοκτήτες κάλεσαν Ευρωπαίους ειδικούς που έκαναν συστηματική εξέταση και ανάλυση του εδάφους της περιοχής και ενέκριναν ότι το έδαφος είναι κατάλληλο για την παραγωγή τεύτλων. Έτσι προχώρησαν στη δημιουργία του εργοστασίου ζαχάρεως, καλώντας το διακεκριμένο Γάλλο σακχαροποιό Gallois και τον περίφημο αρχιτέκτονα από την Κων/πολη Κ. Δημάδη, ο οποίος είχε κατασκευάσει και την ονομαστή “Μεγάλη του Γένους Σχολή” στην Πόλη. Οι εργασίες κατασκευής του κολοσσιαίου αυτού συγκροτήματος ολοκληρώθηκαν στις 12 Δεκεμβρίου 1894, όταν και έγιναν τα εγκαίνια με μεγάλη λαμπρότητα. Το έργο ήταν μοναδικό για την περιοχή, παρά τις δυσκολίες που υπήρξαν λόγω της έλλειψης οδών προσπελάσεως, επαρκών μέσων μεταφοράς κλπ. Από τεχνικής άποψης και μηχανολογικού εξοπλισμού το εργοστάσιο ήταν ένα από τα τελειότερα της Ευρώπης.
Το κτιριακό συγκρότημα βρισκόταν νοτιοανατολικά της σημερινής Λαζαρίνας σε απόσταση 6 χιλιομέτρων. Συνδεόταν με το χωριό με αμαξιτή οδό και γέφυρα ανοίγματος 54 μέτρων επί του Παμίσου ποταμού που κατασκευάστηκαν με δαπάνες του Ζωγράφου. Το ζαχαρουργείο είχε 124μ μήκος, 28μ πλάτος και 8 μέτρα ύψος. Ήταν κατασκευασμένο από λιθοδομή με θεμέλια βάθους 2.5μ και ξύλινη στέγη με κεραμίδια. Είχε δυο ή τρεις ορόφους σε μερικά κτίρια, ανάλογα με τις ανάγκες λειτουργίας του κάθε χώρου. Το κυρίως εργοστάσιο ήταν σε μια αίθουσα μήκους 85 μέτρων και πλάτους 15 μέτρων, όπου τοποθετήθηκαν 3.250 τεμάχια διαφόρων μηχανημάτων που μεταφέρθηκαν εκείνη την εποχή με μεγάλη δυσκολία. Τα μηχανήματα ήταν τοποθετημένα σε βάσεις από λίθους ή τούβλα και συνδέονταν μεταξύ τους με σωλήνες ή ιμάντες, ώστε να αποτελούν ένα ενιαίο σύνολο και να λειτουργούν με μια μόνο κινητήρια δύναμη.
Σε άλλους χώρους του εργοστασίου υπήρχε χημικό εργαστήριο, λεβητοστάσιο, μεγάλη σακχαραποθήκη μήκος 121 μ και πλάτους 29 μ, σιδηρουργείο, χαλκουργείο, ξυλουργείο, πλάστιγγες, μια τεράστια ασβεστοκάμινος, οστεοκάμινος, δεξαμενές για την αποθήκευση της μεάσας κλπ. Η καπνοδόχος του εργοστασίου ήταν από συμπαγείς πλίνθους με ύψος 45 μέτρα, διάμετρο στη βάση 6.4 μ και στην κορυφή 2.7 μ και έφερε αλεξικέραυνο. Η δυνατότητα του εργοστασίου ήταν η επεξεργασία 300-320 τόνων τεύτλων το 24ωρο και απασχολούσε 450 άτομα. Γύρω από το ζαχαρουργείο ήταν τα οικήματα του προσωπικού και των εργατών, τα γραφεία, το ξενοδοχείο και οι στάβλοι. Με τη δημιουργία του γιγαντιαίου αυτού εργοστασίου άρχισε να καλλιεργείται για πρώτη φορά στην περιοχή το τεύτλο. Οι ιδιοκτήτες με σύγχρονες μεθόδους και υπό την επίβλεψη γεωπόνων και ξένων ειδικών ξεκίνησαν τη νέα καλλιέργεια και το προϊόν της θα αποτελούσε και πρώτη ύλη για τη λειτουργία του εργοστασίου.
Σύντομα όμως διαπίστωσαν ότι οι δυνατότητες ήταν πολύ περιορισμένες στην παραγωγή του νέου προϊόντος σε σχέση με τις τεράστιες ποσότητες που μπορούσε να απορροφήσει το εργοστάσιο. Έτσι οι ιδιοκτήτες προσπάθησαν να επεκτείνουν την καλλιέργεια τεύτλου και στους μικρούς ιδιοκτήτες προσφέροντας διάφορα κίνητρα σε αυτούς, όπως η δωρεάν χορήγηση του σπόρου και τα απαραίτητα λιπάσματα. Παρ’ όλα αυτά εκτός λίγων καλλιεργητών που δοκίμασαν τη νέα καλλιέργεια, οι υπόλοιποι συνέχιζαν στα κτήματα τους με τις παραδοσιακές καλλιέργειες σιταριού κλπ.
Η έλλειψη αρκετής ποσότητας πρώτης ύλης ανάγκασε το εργοστάσιο να υπολειτουργεί. Αργότερα οι μετέπειτα φόροι της ζάχαρης και οι το υψηλό κόστος μεταφοράς του προϊόντος μέχρι το λιμάνι του Βόλου για να διοχετευθεί σε άλλες αγορές, ανάγκασαν τους ιδιοκτήτες να κλείσουν το άλλοτε μεγαλοπρεπές ζαχαρουργείο.
Στο βίντεο, ο αρχιτέκτονας Δημήτριος Καραγκούνης, Επίτιμος Προϊστάμενος του Τμήματος Αρχαιολογικών Έργων και Μελετών της ΕΦΑΛΑΡ πραγματοποιεί ένα οδοιπορικό στα εναπομείναντα τμήματα του βιομηχανικού συγκροτήματος, σχολιάζοντας την σημερινή κατάσταση…























