Του ΛΕΥΤΕΡΗ ΠΑΠΑΣΤΕΡΓΙΟΥ
Θα ξεκινήσω με κάποιες παραδοχές.
Και θα ήθελα να κρατήσετε στο μυαλό σας τη λέξη αυτή, τη λέξη «παραδοχές», γιατί νομίζω πως είναι ένα από τα κλειδιά που μας επιτρέπουν να ακτινογραφήσουμε το βιβλίο του Γιώργου Γιαννούση, το οποίο φέρει τον τίτλο «Μετά τον Έρωτα, τι;».
Η λέξη «παραδοχές» όμως θα λάβει στη δική μου παρουσίαση και έναν προσωπικό τόνο. Κι αυτό γιατί διαβάζοντας το βιβλίο του Γιώργου Γιαννούση, συνειδητοποίησα πως οι άνθρωποι φοβόμαστε τις παραδοχές που μας εκθέτουν. Ειδικά αυτές που μας εκθέτουν στα μάτια των άλλων, ακόμα και αν αυτοί οι άλλοι είναι οι άνθρωποι του πολύ στενού μας περιβάλλοντος. Ή, ίσως, απευθυνόμενοι σε αυτούς τους ανθρώπους, του πολύ στενού μας περιβάλλοντος, να φοβόμαστε ακόμα περισσότερο.
Πώς όμως εγώ κατέληξα στο συμπέρασμα αυτό, διαβάζοντας το βιβλίο του Γιώργου Γιαννούση;
Παραδοχή πρώτη:
Έχω υπάρξει ο πιο ερωτευμένος άνθρωπος μέσα σε αυτή την αίθουσα. Μάλλον και σε ολόκληρη την πόλη.
Ίσως και σε ολόκληρη τη χώρα.
Αντιλαμβάνομαι πως αυτή μου η παραδοχή προκαλεί δυο ζητήματα που θα πρέπει να τα αποσαφηνίσω:
Το πρώτο αφορά όλους εσάς που μόλις ακούσατε την δημόσια αυτή παραδοχή μου. Θα σκέφτεστε, και είναι απολύτως λογικό «σιγά ρε μεγάλε, μόνο εσύ δηλαδή ερωτεύτηκες; Και πού ξέρεις πώς ερωτευτήκαμε εμείς;»
Στο ερώτημα αυτό αποκαλύπτεται ένας από τους άξονες που διαπερνά το βιβλίο του Γιαννούση. Αν εγώ δεν πίστευα πως είμαι ο πιο ερωτευμένος άνθρωπος στον κόσμο, τότε δεν θα είχα νιώσει, δεν θα είχα βιώσει το Μοναδικό αυτό συναίσθημα.
Από τη στιγμή που το ένιωσα και επέδρασε πάνω μου με τρόπο καταλυτικό, ώστε να με οδηγήσει να αλλάξω ολόκληρη τη ζωή μου, τότε δεν μπορώ παρά να πιστεύω πως η ευλογία του Έρωτα δόθηκε σε μένα στον υπέρτατο βαθμό.
Αυτό φυσικά δεν συνεπάγεται πως εσείς ή κάποιος άλλος δεν μπορεί να έχει νιώσει το ίδιο. Αυτό όμως είναι κάτι που εμένα, ούτε κι εσάς φυσικά, σας επηρεάζει σε τίποτα.
Δικαιούμαι λοιπόν να το υποστηρίζω σθεναρά και δημόσια, ανεξαρτήτως του τι μπορεί να σκέφτεται ο καθένας.
Το δεύτερο αφορά τη γυναίκα μου. Τον έρωτά μου δηλαδή. Η οποία ακούγοντας την παραδοχή μου, ίσως σκεφτεί «δηλαδή τώρα δεν είσαι ερωτευμένος μαζί μου;».
Υπάρχει δηλαδή πιθανότητα να μην είμαι ακόμα ερωτευμένος με την γυναίκα που άλλαξε ολόκληρη τη ζωή μου;
Προσωπικά, απαντώ όχι.
Ο Γιαννούσης όμως γράφει το βιβλίο, χρησιμοποιώντας ανθρώπινο υλικό, δηλαδή ιστορίες καταγεγραμμένες από τον ίδιο στο πλαίσιο των ψυχοθεραπευτικών του συνεδριών με ζευγάρια, εξηγώντας γιατί θα μπορούσε κάτι τέτοιο να συμβαίνει. Γιατί δηλαδή συμβαίνει σε πάρα πολλούς ανθρώπους. Για ποιον λόγο ενώ ένα ζευγάρι ξεκινάει αισθανόμενο ανίκητο, ζώντας τον απόλυτο έρωτα, καταλήγει απολύτως ηττημένο.
Ή, όπως λέει ο ίδιος,
Και εν τέλει τι είναι ο έρωτας;
Η αρχή της δημιουργίας μιας νέας ζωής ή το χρονικό ενός προαναγγελθέντος θανάτου;

Παραδοχή δεύτερη:
Ο έρωτας απελευθερώνει.
Γι αυτό και ο ερωτευμένος γίνεται δημιουργός – ίσως μάλιστα δημιουργός για μια και μόνη περίοδο στη ζωή του. Και όταν η επιλογή της κατάληξης του έρωτα είναι η υπογραφή ενός συμβολαίου δημιουργίας ενός νέου οικοδομήματος, μιας νέας σχέσης δηλαδή, τότε καλείται να διαχειριστεί -πρωτίστως εσωτερικά- το παράδοξο: να συμβιβαστεί με την ιδέα πώς ο ίδιος και μόνος του έβαλε τέλος στην Ελευθερία του.
Τότε όμως ξεκινάει, ίσως, το μεγαλύτερο ταξίδι: να ανακαλύψει τον εαυτό του για να συνεχίσει να ζει ελεύθερος, μέσα στη σχέση με τον άνθρωπο που επέλεξε να ζήσει το όνειρο.
Ένα όνειρο που, ως πορεία όμως, εμπεριέχει κάποιες κρίσιμες συντεταγμένες:
έναν άλλον άνθρωπο-σύντροφο πορείας με διαφορετικές όμως αφετηρίες και ρόλους ενσαρκωμένους στο παρελθόν, με τα δικά του «τραύματα», ο οποίος καλείται και αυτός πλέον να συνεχίσει να ζει απελευθερωμένος στην ίδια σχέση,
μια ήδη διαμορφωθείσα κοινωνική πραγματικότητα, που διαρκώς επηρεάζεται από ρευστά ρεύματα και ανατροπές αντιλήψεων και συμβατικών συμπεριφορών περασμένων εποχών, που εν τελεί δημιουργούν νέα πρότυπα και μοτίβα συντροφικότητας.
Κάπου στο σημείο αυτό ξεκινάει και η πάλη.
Πώς και πού διαχέεται η εύφλεκτη ύλη που συγκεντρώνεται από αυτήν ακριβώς την πάλη;
Στον σύντροφο του ονείρου; Στα παιδιά; Σε ευρύτερα κοινωνικά υποσύνολα; Και πώς επιστρέφει πίσω στον ίδιο;
Σε όλα αυτά ακριβώς προσπαθεί να απαντήσει ο Γιαννούσης.
Όχι όμως προσφέροντας ένα βιβλίο-οδηγό σχέσεων.
Δεν γράφει βιβλίο μαγειρικής του έρωτα, δεν προσφέρει δηλαδή έτοιμες συνταγές.
Το βιβλίο δεν είναι ούτε ταξιδιωτικός οδηγός του έρωτα.
Αντιθέτως είναι ένας σπινθήρας.
Ένας σπινθήρας ικανός να ανάψει τη φωτιά μέσα σου για να αρχίσεις να ψάχνεις λίγο πιο βαθιά.
Λίγο βαθύτερα ΕΝΤΟΣ ΣΟΥ.
Να ψάξεις να βρεις τον εαυτό σου.
Οι άνθρωποι, γράφει ο Γιαννούσης, συνήθως περιμένουν τη λύση των αδιεξόδων τους να έρθει απ’ έξω, όχι από μέσα στους…
Δείτε τις δυο παρακάτω ερωτήσεις που χρησιμοποιεί σε κάποιο σημείο του βιβλίου του ο συγγραφέας:
-Ποιος θέλει την αλλαγή;
-Ποιος θέλει να αλλάξει;
Όπως γράφει ο ίδιος, οι άνθρωποι θα πρέπει να αρχίσουν να αναζητούν τα κυρίαρχα μοτίβα με τα οποία εκπαιδεύτηκαν στο πώς να ανήκουν και να σχετίζονται με τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής τους.
Εδώ όπως αντιλαμβάνεστε τα πράγματα αρχίζουν να ζορίζουν.

Οπότε παραδοχή τρίτη:
Γεννιόμαστε, δεν φυτρώνουμε.
Γεννιόμαστε ως αποτέλεσμα της επιλογής δυο ανθρώπων που ίσως και αυτοί στο παρελθόν να υπήρξαν ερωτευμένοι. Ίσως και όχι.
Και οι οποίοι, και αυτοί με τη σειρά τους, κουβαλούσαν τα τραύματα ή τα «θέλω» και τα «πρέπει» των δικών τους γονιών.
Αυτοί αποφάσισαν για τα πρώτα μας βήματα.
Αυτοί καθόρισαν το παιδικό μας περιβάλλον.
Αυτοί μας έμαθαν ή όχι, να μιλάμε, να γελάμε, να κλαίμε, να εμπιστευόμαστε.
Πολλές φορές λοιπόν είμαστε αναγκασμένοι, αν θέλουμε να στηρίξουμε τη σχέση μας, αν θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε ελεύθεροι μέσα της, να έρθουμε αντιμέτωποι με το δικό μας παρελθόν, ανοίγοντας την πόρτα της διαδρομής μας, σκάβοντας στο ασυνείδητό μας. Κι αυτό δεν είναι κάτι εύκολο.
Τον άλλον τον συναντάμε, όχι για να τον κατακτήσουμε, αλλά για να βρούμε τον εαυτό μας, γράφει ο Γιαννούσης στο βιβλίο του, χρησιμοποιώντας τον μύθο της Αριάδνης και του Θησέα.
Χρησιμοποιεί στο βιβλίο του ο Γιαννούσης αρκετούς μύθους. Κι αρκετά τραγούδια. Και αρκετά ποιήματα. Δεν το κάνει τυχαία. Γιατί δεν θέλει να παραδώσει ένα ακαδημαϊκό εγχειρίδιο. Θέλει να παραδώσει ένα βιβλίο ζωής. Ένα βιβλίο καλύτερης ζωής. Και για να είναι καλύτερη η ζωή μας, απαραίτητη προϋπόθεση είναι να εγκαταλείψουμε, όταν χρειάζεται, τις «ζώνες άνεσης» που δημιουργούμε εμείς οι ίδιοι, για να δημιουργήσουμε ασφάλεια και ευτυχία. Πράγμα εξαιρετικά δύσκολο και ίσως για τους περισσότερους από μας άκρως φοβιστικό κι επικίνδυνο. Όμως, αν δεν θες να αλλάξει τίποτα, άλλαξε τα όλα. Είναι αυτό που σε σπρώχνει να κάνεις ο έρωτας.
Είναι αυτό που σου δείχνει με το βιβλίο του ο Γιαννούσης.

Παραδοχή τέταρτη:
Είναι πολύ δύσκολο πράγμα στις μέρες μας να μεγαλώνεις παιδιά.
Όσοι είμαστε γονείς, το ξέρουμε από πρώτο χέρι.
Διαβάζοντας το βιβλίο του Γιώργου Γιαννούση με προσοχή, αντιλαμβάνεσαι πως είναι πολύ πιο δύσκολο απ’ όσο νομίζεις πως ξέρεις.
Κι αυτό γιατί έρχεσαι αντιμέτωπος με τις ίδιες σου τις ενέργειες ή τις παραλείψεις που επιδρούν καθοριστικά στην μετέπειτα πορεία του παιδιού, όπως αυτό καταγράφεται μέσα στις ιστορίες που ο Γιαννούσης χρησιμοποιεί ως παραδείγματα.
Οι ιστορίες αυτές, αποτέλεσμα, ως καταγραφή, της μακροχρόνιας επαγγελματικής πορείας του συγγραφέα στο πεδίο της ψυχανάλυσης και της ψυχοθεραπείας είναι ιστορίες ανθρώπων της διπλανής πόρτας, για να χρησιμοποιήσω κι εγώ μια φράση που συνήθως χρησιμοποιούμε στο δικό μας επάγγελμα. Κι επειδή ακριβώς είναι ανθρώπων που κουβαλάνε τα ίδια πάθη και τα ίδια λάθη με μας, υπάρχουν φορές που αντανακλούν ευθέως στον δικό μας καθρέφτη. Γι αυτό και γίνονται πολύτιμα βοηθήματα και για μας τους ίδιους.

Παραδοχή πέμπτη:
Είναι αδύνατον σε έναν κόσμο που αλλάζει, που μετασχηματίζεται βίαια πλέον στις μέρες μας, να μην αλλάζουμε κι εμείς. Τι περισσότερες φορές χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε.
Όπως ακριβώς δεν αντιλαμβανόμαστε αυτό που συμβαίνει σήμερα γύρω μας σε ολόκληρη την έκτασή του.
Καλώς ή κακώς σήμερα ζούμε την αλλαγή ενός πλανήτη σε χρόνο ενεστώτα. Πράγμα που δεν μας επιτρέπει να το παρακολουθούμε αποστασιοποιημένα, όπως θα το κάνει σε πενήντα χρόνια από σήμερα ο ιστορικός του μέλλοντος.
Από την παγκόσμια οικονομική κρίση, την πανδημία του κορωνοϊού και τον πρώτο πόλεμο σε ευρωπαϊκό έδαφος από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και μετά, ζούμε μια αλλαγή υποδείγματος στον δυτικό τρόπο ζωής, όπως τουλάχιστον αυτός μας είχε μάθει να ζούμε.
Είναι λοιπόν αδύνατο να μην επηρεάζονται οι προσωπικές μας σχέσεις.
Ο Γιαννούσης στο βιβλίο του μιλάει για την Μεταπολιτευτική περίοδο στη χώρα και την αλλαγή του κοινωνικού μοντέλου που επικρατούσε ως τότε.
Ανατέμνει αυτή τη μετάβαση και αποδεικνύει πως η κυριαρχία του Εγώ, το «ανήκω στον εαυτό μου περισσότερο από μια συλλογικότητα», η νέα δηλαδή ιδεολογική στάση, οδήγησε στην αποτυχία που βιώνουν σήμερα οι άνθρωποι στη συντροφικότητα και στον έρωτα.

Παραδοχή έκτη:
Δηλώνω ακόμα ερωτευμένος.
Ερωτευμένος όμως με έναν τρόπο διαφορετικό. Πιο μεστό, πιο γλυκό και πιο υπεύθυνο.
Βλέπω τη γυναίκα μου να βάζει τα δυνατά της για να συνεχίσει να στηρίζει τη σχέση μας, έχοντας αποφασίσει να αναμετρηθεί, όπου και όταν χρειάζεται με τον εαυτό της.
Είναι το παράδειγμα και ο οδηγός της δικής μου ζωής, πριν διαβάσω το βιβλίο του Γιώργου.
Διαβάζοντας το, την αγάπησα ακόμα περισσότερο.
Όπως λέει ο ίδιος, η συντροφικότητα δεν μας ζητά να είμαστε τέλειοι. Μας ζητά να είμαστε παρόντες.
Δηλώνω παρών!
























