Σε ύφεση φαίνεται να βρίσκεται η ευλογιά των αιγοπροβάτων, με τα νεότερα στοιχεία να δείχνουν σημαντική μείωση των νέων κρουσμάτων. Καθοριστικό ρόλο στη διαχείριση της κατάστασης έχει το διαπιστευμένο Κτηνιατρικό Εργαστήριο της Λάρισας, στο οποίο καταλήγουν προς εξέταση όλα τα δείγματα από τη χώρα.
Το εργαστήριο, που λειτουργεί από τον Ιανουάριο του 2025 υπό τη διεύθυνση του κτηνιάτρου Γιώργου Βαλιάκου, έχει αυξήσει σημαντικά τη δυναμικότητά του, φτάνοντας σήμερα να εξετάζει έως και 13.500 δείγματα την εβδομάδα. Η ανάλυση γίνεται με μοριακό έλεγχο (PCR) και τα αποτελέσματα αποστέλλονται στις κτηνιατρικές υπηρεσίες μέσα σε 36 έως 48 ώρες.
Το επόμενο διάστημα πάντως αναμένεται περαιτέρω ενίσχυση του εργαστηρίου σε εξοπλισμό και προσωπικό, ενώ σχεδιάζεται η λειτουργία δύο ακόμη αντίστοιχων μονάδων, ώστε να επιταχυνθούν οι έλεγχοι σε όλη τη χώρα.

Η λειτουργία και η ενίσχυση του εργαστηρίου της Λάρισας θεωρείται κρίσιμη για τη γρήγορη διάγνωση και τον αποτελεσματικό περιορισμό της νόσου, καθώς σε ολόκληρη τη χώρα μόνο το Κτηνιατρικό Εργαστήριο της Λάρισας πραγματοποιεί pcr test (μοριακά τεστ), απαραίτητο στάδιο πριν οδηγηθούν πρόβατα σε άμεση σφαγή.
Οπως αναφέρει η ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ένωσης Κτηνιάτρων Δημοσίων Υπαλλήλων (ΠΕΚΔΥ): «παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις, η χώρα παραμένει δέσμια της αδυναμίας του μοναδικού Κτηνιατρικού Εργαστηρίου στη Λάρισα που λειτουργεί με χρηματοδότηση αποκλειστικά της Περιφέρειας Θεσσαλίας, να ανταποκριθεί στον τεράστιο όγκο των απαραίτητων εξετάσεων PCR. Χωρίς αυτές τις εξετάσεις, η μετακίνηση των ζώων προς σφαγή είναι αδύνατη, γεγονός που απειλεί να τινάξει στον αέρα την αγορά και το εισόδημα των κτηνοτρόφων.
Ενάμιση χρόνο μετά την έναρξη της επιζωοτίας, είναι αδιανόητο να λειτουργεί μόνο ένα εργαστήριο σε όλη τη χώρα, το οποίο μάλιστα υποστηρίζεται από προσωπικό του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (και με πρωτοβουλία της Περιφέρειας). Η επιβολή «πλαφόν» στον αριθμό των δειγμάτων ανά Περιφέρεια καθιστά τη διαδικασία δυσλειτουργική, την ώρα που οι γεννήσεις αμνοεριφίων αυξάνονται και η ανάγκη για σφαγές ενόψει Πάσχα κορυφώνεται. Η απόγνωση των παραγωγών ενδέχεται να οδηγήσει σε ανεξέλεγκτες σφαγές χωρίς μέτρα βιοασφάλειας, με κίνδυνο την περαιτέρω εξάπλωση της νόσου».
Ε.Κ























