Της Εύας Καλογήρου
Ο κλάδος της ελληνικής τυροκομίας βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπος με μια ιδιαίτερα δύσκολη συγκυρία. Η μείωση της παραγωγής αιγοπρόβειου γάλακτος λόγω της ευλογιάς, το αυξημένο ενεργειακό κόστος, η περιορισμένη ρευστότητα και η πίεση που ασκείται από τα μεγάλα δίκτυα διανομής δημιουργούν ένα σύνθετο και απαιτητικό περιβάλλον για τους παραγωγούς. Την ίδια στιγμή, η μείωση της εγχώριας κατανάλωσης και ο έντονος ανταγωνισμός από φθηνότερα προϊόντα εισαγόμενου αγελαδινού γάλακτος επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο την κατάσταση.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρόεδρος των ελληνικών τυροκομείων, Νίκος Τάχας, μίλησε στη LarissaPress για τις βασικές προκλήσεις που αντιμετωπίζει ο κλάδος, τις επιπτώσεις της υγειονομικής κρίσης στην παραγωγή γάλακτος, αλλά και για τις προοπτικές και τις ευκαιρίες που μπορεί να αξιοποιήσει η ελληνική τυροκομία το επόμενο διάστημα.

κ. Τάχα, πώς θα περιγράφατε τη γενική κατάσταση στον κλάδο των τυροκομείων αυτή τη στιγμή; Ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι παραγωγοί;
Η κατάσταση σήμερα για τα μικρά τυροκομεία είναι ιδιαίτερα κρίσιμη. Οι μικρομεσαίοι παραγωγοί (τυροκόμοι) παλεύουμε με τα ακόλουθα δεδομένα:
- Την μείωση του παραγόμενου αιγοπρόβειου γάλακτος (Α’ ‘Ύλης) λόγω της ευλογιάς.
- Την έλλειψη ρευστότητας.
- Την αύξηση των τιμών στο ράφι.
- Την μείωση της εγχώριας κατανάλωσης.
- Την έλλειψη συντονισμένης κεντρικής προβολής (μέσω προγραμμάτων) των Ελληνικών προϊόντων σε αγορές του εξωτερικού.
- Το γεγονός ότι η πλειονότητα της Φέτας ΠΟΠ (που είναι και το κυρίως εξαγώγιμο προϊόν) καταλήγει στα ράφια ως ιδιωτική ετικέτα των σούπερ μάρκετ τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό, μετατρέποντας ένα εθνικό προϊόν σε ένα απλό ανώνυμο εμπόρευμα.
Τα μικρομεσαία τυροκομεία σήμερα βρίσκονται αντιμέτωπα με μια σειρά από προκλήσεις που απειλούν την βιωσιμότητα τους.
Τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε είναι τα ακόλουθα:
- Η έλλειψη Α’ Ύλης (ΓΑΛΑ). Τα μικρομεσαία τυροκομεία δυσκολεύονται να ανταγωνιστούν τις γαλακτοβιομηχανίες που κλείνουν μεγάλες ποσότητες γάλακτος με προκαταβολές.
- Το αυξημένο κόστος παραγωγής & ενέργειας. Οι μικρές μονάδες δεν έχουν την οικονομία κλίμακας των μεγάλων βιομηχανιών.
- Την συγκέντρωση των δικτύων διανομής. Τα σούπερ μαρκετ ζητούν μεγάλες ποσότητες σε χαμηλές τιμές, τις οποίες ένας μικρός παραγωγός δεν μπορεί να προσφέρει.
- Τον αθέμιτο ανταγωνισμό. Σε αρκετές περιπτώσεις τα τυριά εισαγωγής βαφτίζονται με ονόματα που παραπλανούν τον καταναλωτή εκτοπίζοντας τα εγχώρια προϊόντα.
- Την έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού.

Ποιες είναι οι κυριότερες αιτίες πίσω από τις αυξήσεις στις τιμές πρώτων υλών και προϊόντων; Πώς αυτές επηρεάζουν τα τυροκομεία και τους καταναλωτές;
Θα έλεγα ότι δύο είναι οι κυριότερες αιτίες αύξησης των προϊόντων αιγοπρόβειου γάλακτος:
1ον Η κρίση της ευλογιάς που οδήγησε σε αύξηση της τιμής της Α’ Ύλης και
2ον Το ενεργειακό κόστος που εξακολουθεί και παραμένει σε υψηλά επίπεδα.
Ενώ οι τυροκόμοι πληρώνουμε ακριβότερα το αιγοπρόβειο γάλα (Α’ Ύλη) και την ενέργεια, οι καταναλωτές αγοράζουν όλο και μικρότερες ποσότητες προϊόντων από αιγοπρόβειο γάλα.
Η αύξηση των τιμών στρέφει τους καταναλωτές στην κατανάλωση τυριών από εισαγόμενο αγελαδινό γάλα, τα οποία είναι φθηνότερα αλλά δεν έχουν την γεύση και την θρεπτική αξία των αντίστοιχων αιγοπρόβειων Ελληνικών.
Ποιος είναι ο αντίκτυπος της ευλογιάς στη παραγωγή γάλακτος και στη συνέχεια στην τυροκομία; Έχουν μειωθεί οι όγκοι παραγωγής;
Οι όγκοι παραγωγής αιγοπρόβειου γάλακτος έχουν μειωθεί σημαντικά σύμφωνα με τα τελευταία επικαιροποιημένα στοιχεία του ΕΛΓΟ ΔΗΜΗΤΡΑ.
Η μείωση του ζωικού κεφαλαίου οδήγησε τους πρώτους 2 μήνες του 2026 σε μείωση του παραγόμενου αιγοπρόβειου γάλακτος (Α’ Ύλη) σε ποσοστό που αγγίζει το 8% αναφορικά με την Θεσσαλία, ενώ σε άλλες περιφέρειες όπως η Ανατολική Μακεδονία τα ποσοστά μείωσής είναι ακόμη μεγαλύτερα.
Η μείωση του παραγόμενου γάλακτος (Α’ Ύλη) οδήγησε πολλά μικρομεσαία τυροκομεία να λειτουργούν στο 70% της δυναμικότητας τους και κατά συνέπεια στην αύξηση του κόστους παραγωγής ανά κιλό τυριού.
Σήμερα οι τυροκόμοι καλούμαστε να διαχειριστούμε λιγότερο και ακριβότερο προϊόν σε μια αγορά που δυσκολεύεται να ακολουθήσει αυτές τις τιμές.

Σε ποιες πρωτοβουλίες ή μέτρα έχει προχωρήσει η Ένωση για να στηρίξει τα τυροκομεία που πλήττονται από την υγειονομική κρίση και την αύξηση κόστους;
Παρά τις δυσκολίες, το συγκριτικό πλεονέκτημα των μικρών τυροκομείων παραμένει η ποιότητα και η μοναδικότητα. Για να επιβιώσουν και να αναπτυχθούν τα μικρά τυροκομεία απαιτείται ένας συνδυασμός επιχειρηματικής ευελιξίας, αξιοποίησης της τεχνολογίας και σίγουρα στροφής προς τα θέλω του καταναλωτή.
Η διαφοροποίηση, η μοναδικότητα, τα συνεργατικά σχήματα, το ψηφιακό marketing καθώς και η αξιοποίηση των χρηματοδοτικών εργαλείων είναι πυλώνες που μπορούν να στηρίξουν την τυροκομία στην Ελλάδα.
Τέλος η άμεση ανακούφιση από τις επιπτώσεις της ευλογιάς (αιτήματα προς την πολιτεία) και η θωράκιση μέσω επενδυτικών προγραμμάτων αποτελούν μέτρα στήριξης για τα μικρομεσαία τυροκομεία.
Τι αναμένετε για την επόμενη περίοδο όσον αφορά τις τιμές πώλησης, τις εξαγωγές και τη βιωσιμότητα των μικρών και μεσαίων τυροκομείων στην Ελλάδα;
Για το επόμενο ένα έτος προβλέπω συντήρηση των τιμών των προϊόντων αιγοπρόβειου γάλακτος στα ίδια υψηλά επίπεδα καθώς και πίεση αυτών από προϊόντα παραγόμενα από εισαγόμενο αγελαδινό γάλα.
Το 2025 παρατηρείται ρεκόρ αξίας εξαγωγών της Φέτας ΠΟΠ, αυτό οφείλεται όμως κυρίως στις υψηλές τιμές και όχι στην αύξηση της ποσότητας. Θεωρώ ότι οι ευκαιρίες για τους μικρομεσαίους παραγωγούς βρίσκονται στις ‘ethnic’ αγορές καθώς στα μεγάλα δίκτυα κυριαρχούν οι μεγάλες ελληνικές γαλακτοβιομηχανίες. Επίσης αγορές του εξωτερικού με μικρές ποσότητες κατά κεφαλήν κατανάλωσης Ελληνικών προϊόντων, μπορεί να κρύβουν μεγάλες υπεραξίες για τους μικρομεσαίους παραγωγούς (τυροκόμους).
























