Το μήνυμα ότι η Δικαιοσύνη οφείλει να παραμένει «θωρακισμένη» και «μακριά από αμφισβητήσεις και επιθέσεις» εξέπεμψε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, μιλώντας το μεσημέρι της Τετάρτης (04.03.2026) σε εκδήλωση για την επανέναρξη της λειτουργίας του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ) στο ιστορικό κτίριο του Αρσακείου.
Ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης χαρακτήρισε το Αρσάκειο «επιβλητικό κτίριο της Αθήνας» και «χώρο-μνημείο» συνυφασμένο με την ιστορία και την αρχιτεκτονική κληρονομιά της χώρας, υπογραμμίζοντας ότι οι εγκαταστάσεις της Δικαιοσύνης πρέπει «πρώτα και πάνω απ’ όλα» να είναι επαρκείς, λειτουργικές και προσβάσιμες. Όπως σημείωσε, το έργο χρηματοδοτήθηκε από το Ταμείο Ανάκαμψης, ενώ επανέλαβε ότι ο «τελικός κριτής» της ποιότητας του κράτους δικαίου στη χώρα είναι η Ευρωπαϊκή Επιτροπή.
Αναφερόμενος στις αλλαγές στη λειτουργία της Δικαιοσύνης, ο πρωθυπουργός είπε ότι έχουν μειωθεί οι εκκρεμείς υποθέσεις και ο χρόνος περαίωσης σε ποσοστό άνω του 20%, σημειώνοντας πως «όταν η Πολιτεία θέλει και το εννοεί μπορεί να κινείται γρήγορα και αποτελεσματικά». Ειδικά για το Συμβούλιο της Επικρατείας, τόνισε ότι, με τη νέα δικονομία, το δικαστήριο είναι ήδη σε θέση «να επιλύει περισσότερες υποθέσεις από όσες δέχεται», ενώ έκανε λόγο για αλλαγές που οδηγούν σε «πιο ποιοτική και πιο γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης υποστήριξε ότι προωθούνται μεθοδικά «μεγάλες τομές και μεταρρυθμίσεις» στο πεδίο της Δικαιοσύνης, κάνοντας ειδική αναφορά στον νέο διοικητικό χάρτη, ο οποίος –όπως είπε– συνέβαλε στη σημαντική μείωση του χρόνου εκδίκασης σε πρώτο βαθμό. «Μέρα με τη μέρα το κράτος δικαίου εδραιώνεται στον τόπο και η Δικαιοσύνη αναδεικνύει το πρόσωπο που θέλει και διεκδικεί», ανέφερε.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πρωθυπουργός τόνισε ότι η κυβέρνηση «εμπιστεύεται τη Δικαιοσύνη» και ότι η εμπιστοσύνη αυτή είναι «συνειδητή», χαρακτηρίζοντάς την όχι απλώς θεσμό, αλλά «κρίσιμο πυλώνα του δημοκρατικού πολιτεύματος». Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην επόμενη περίοδο, σημειώνοντας ότι η χώρα εισέρχεται σε φάση κατά την οποία θα εξεταστούν δικαστικά «μεγάλες υποθέσεις» που έχουν απασχολήσει πρόσφατα την κοινή γνώμη, προειδοποιώντας ότι θα αποτελέσει πεδίο «αναμέτρησης της ευθυκρισίας των δικαστών» με «ενίοτε ψευδείς εντυπώσεις» στη δημόσια σφαίρα.























