Τoυ Δημήτρη Μπουραντά, καθηγητή – πρύτανη New York College
ΠΑΡΟΤΙ τους τελευταίους μήνες, με αφορμή τις κινητοποιήσεις των αγροτών, των κτηνοτρόφων και των μελισσοκόμων, ακούσαμε τόσο πολλές συζητήσεις, δυστυχώς σε καμία δεν τέθηκε η θεμελιώδης παθογένεια του αγροτοδιατροφικού τομέα της πατρίδας μας.
Έχοντας κάνει Μάστερ και Διδακτορικό στην Αγροτική Οικονομία, έχοντας πιστέψει στο όραμα του Α. Παπανδρέου για τους αγροτοβιομηχανικούς συνεταιρισμούς και έχοντας δώσει διαλέξεις στις αρχές της δεκαετίας του 1980 σε όλη την Ελλάδα για αυτό το ζήτημα, δυστυχώς αυτό αποτελεί ακόμα τη μεγάλη παθογένεια της αγροτοδιατροφικής οικονομίας μας.
ΟΙ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΙ σε αυτό τον τομέα αποτελούν το κλειδί για την ανάπτυξη, τη διεθνή ανταγωνιστικότητα και κατά συνέπεια την εξασφάλιση του εισοδήματος και της ποιότητας ζωής των αγροτών – κτηνοτρόφων – μελισσοκόμων για δύο βασικούς λόγους.
ΠΡΩΤΟΝ, μέσω της συνεργασίας σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα (προμήθειες, επενδύσεις, παραγωγή, πωλήσεις, μάρκετινγκ, ποιότητα και καινοτομία) στα πλαίσια των συνεταιρισμών επιτυγχάνονται συνέργειες (1 + 1 > 2) και οικονομίες κλίμακας με κοντινές εκμεταλλεύσεις από κοινού.
Για παράδειγμα, αν τρεις αγρότες στην ίδια περιοχή προμηθευθούν από κοινού τρεις τόνους λιπάσματα, τα μεταφορικά κόστη θα είναι περίπου τρεις φορές λιγότερα απ’ ό,τι αν προμηθευτεί ο καθένας ξεχωριστά έναν τόνο.
ΔΕΥΤΕΡΟΝ, η συνεργασία στα πλαίσια των συνεταιρισμών αυξάνει τη διαπραγματευτική δύναμη απέναντι στους προμηθευτές και τους διανομείς.
Για παράδειγμα, χαμηλότερη τιμή επιτυγχάνεται αν ένας συνεταιρισμός αγοράσει δέκα τρακτέρ από ό,τι αν δέκα αγρότες αγοράσουν ο καθένας το δικό του ξεχωριστά.
Μέσω των συνεταιρισμών μπορούν να δημιουργούνται επώνυμα προϊόντα που αγοράζονται σε πολύ καλύτερες τιμές.
ΑΥΤΟΙ ΕΙΝΑΙ οι λόγοι που σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες ο αγροτοδιατροφικός τομέας στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό στους συνεταιρισμούς, παρότι το μέγεθος των αγροτικών και κτηνοτροφικών μονάδων τους, σύμφωνα με πολλές μελέτες, είναι τουλάχιστον τρεις φορές μεγαλύτερο από ό,τι στη χώρα μας.
Για παράδειγμα, το μέσο μέγεθος των αγροτικών εκμεταλλεύσεων είναι 170 στρέμματα, ενώ στην Ελλάδα 68.
Δυστυχώς, στη χώρα μας οι συνεταιρισμοί είναι λίγο αναπτυγμένοι. Για παράδειγμα, στην Ε.Ε. τα προϊόντα κατέχουν το 40% της αγοράς, ενώ στην Ελλάδα μόνο το 18%.
Οι βασικές αιτίες της υποανάπτυξης των συνεταιρισμών είναι:
ΠΡΩΤΟΝ, από τη δεκαετία του 1980 κυριάρχησε σε αυτούς ο κομματισμός, η επιβίωση μέσω των δανείων (και σήμερα οι περισσότεροι συνεταιρισμοί είναι υπερχρεωμένοι, με συνολικό χρέος 2,4 δισ.) και των επιδοτήσεων. Έτσι, δεν απέκτησαν αποτελεσματικό μάνατζμεντ, με επαγγελματικά στελέχη, που θα εξασφάλιζαν την αποδοτικότητα, την αποτελεσματικότητα και την ανταγωνιστικότητα.
ΔΕΥΤΕΡΗ αιτία είναι ότι στην κοινωνική μας κουλτούρα η έννοια και η αξία της συνεργασίας είναι σχεδόν ανύπαρκτες. Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας επιστημονικής έρευνας που έκανε το Πανεπιστήμιο της Πενσιλβάνια σε 63 χώρες και ο γράφων συμμετείχε σε αυτή, η συνεργασία, δηλαδή το «εμείς» (collectivism), είναι στην τελευταία, 63η θέση.
ΜΕ ΒΑΣΗ τα παραπάνω, στο σύγχρονο παγκόσμιο περιβάλλον, που γίνεται όλο και πιο ανταγωνιστικό, απαιτητικό, αβέβαιο και αλλάζει με ραγδαίους ρυθμούς (κυρίως στην τεχνολογία), ο αγροτοδιατροφικός τομέας της χώρας μας δεν θα έχει καλό μέλλον, αν δεν αναπτυχθεί η επιχειρηματικότητα ιδιωτικά και κυρίως συνεταιριστικά.
Γι’ αυτή την ανάπτυξη την ευθύνη την έχουν κυρίως οι ίδιοι οι αγρότες και όχι το κράτος και οι κυβερνήσεις όπου το νομικό πλαίσιο και οι πολιτικές την υποστηρίζουν.
Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι έχουμε, δυστυχώς λίγα, εξαιρετικά παραδείγματα (δεν φτάνουν τα 50) συνεταιρισμών που αναπτύσσονται κερδοφόρα κυρίως μέσω των εξαγωγών, αλλά και επώνυμων προϊόντων στην εσωτερική αγορά.
ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ συμβολή επίσης στην ανάπτυξη των συνεταιρισμών μπορεί να έχουν οι τοπικές «ελίτ», όπως οι επιστήμονες, οι ηγέτες της τοπικής αυτοδιοίκησης, των επιμελητηρίων κτλ.
ΚΛΕΙΝΟΝΤΑΣ, η χώρα μας διαθέτει εξαιρετικούς πόρους, όπως γη, κλίμα, γεωγραφική θέση, επιστημονικό προσωπικό, τουρισμός και καλή εικόνα για την ανάπτυξη του αγροτοδιατροφικού τομέα μέσω της υποκατάστασης των εισαγωγών και της αύξησης των εξαγωγών.
Αυτοί όμως μπορούν να αξιοποιηθούν κυρίως μέσω της επιχειρηματικότητας και του αποτελεσματικού μάνατζμεντ των συνεταιρισμών.
























