Του Άγγελου Προβιά
ΦΩΤΟ: Δημήτρης Καστανάρας//LarissaPress
Το ημερολόγιο έγραφε 28 Φεβρουαρίου 2023.
Μια συνηθισμένη διαδρομή από την Αθήνα προς τη Θεσσαλονίκη όπου πολλοί νέοι άνθρωποι ήθελαν απλά να γυρίσουν πίσω στα σπίτια τους.
Λίγο μετά τις 23:20, στα Τέμπη, ο χρόνος σταμάτησε.Η μετωπική σύγκρουση του Intercity 62 με την εμπορική αμαξοστοιχία μετέτρεψε τα πρώτα βαγόνια σε άμορφες μάζες σιδήρου.Μια ολόκληρη χώρα ξύπνησε την επόμενη μέρα διαφορετική.
Τρία χρόνια μετά, όσοι επέζησαν κουβαλούν ακόμη εκείνη τη νύχτα μέσα τους.
Η LarissaPress συνομίλησε με τρεις νέους ανθρώπους που επέζησαν – τον Άγγελο Φανουράκη, την Εύη Τσάπαρη και τον Νίκο Λαουτίδη – οι οποίοι θυμούνται εκείνη τη νύχτα και μοιράζονται τις σκέψεις τους για τη ζωή «μετά» καθώς και για την αντιμετώπιση που είχαν από την Πολιτεία.
Μιλά επίσης ο Πάνος Ρούτσι, πατέρας του Ντένις, ενός εκ των θυμάτων της τραγωδίας καθώς και η αδερφή της αδικοχαμένης Βασιλικής Χλωρού, Χρυσούλα.

«Ήταν μια επίγεια κόλαση – Άνθρωποι είχαν εκσφενδονιστεί στο έδαφος μόλις βγήκαμε»
Μιλώντας για την στιγμή της σύγκρουσης ο 23χρονος Άγγελος Φανουράκης, από τις Μοίρες Κρήτης αναφέρει χαρακτηριστικά:
«Ήμουν στο βαγόνι Νο2 τη στιγμή της σύγκρουσης.Καθόμουν στο τζάμι, βλέπω μια λάμψη, ακούω έναν εκκωφαντικό ήχο, λαμαρίνες να τρίβονται, φρένα και μετά…σκοτάδι. Εκείνα τα δευτερόλεπτα πριν αναποδογυρίσουμε δεν καταλάβαινες τι έχει συμβεί.Ήμουν με δύο κορίτσια που μόλις είχαν επιβιβαστεί από τη Λάρισα. Ευτυχώς δεν καθόταν κάποια μπροστά μου, ίσως να την είχα σκοτώσει.»

«Η πόρτα στο κουπέ είχε σφηνώσει. Με τα κορίτσια καταφέραμε να βρούμε διέξοδο και να περάσουμε μέσα από λαμαρίνες. Βγαίνοντας, είδα ανθρώπους που είχαν εκσφενδονιστεί. Κάποιοι ήταν ήδη νεκροί.»
«Εγώ είχα τραυματιστεί σοβαρά στη σπονδυλική στήλη. Περπατήσαμε με σχοινιά μέσα στη νύχτα, σχεδόν ένα χιλιόμετρο, μέχρι να φτάσουμε στην εθνική οδό. Μεταφερθήκαμε στο νοσοκομείο της Λάρισας. Εκεί κατάλαβα το μέγεθος της κατάστασης.»

«Είσαι σφαγμένη, αλλά έχω ακρωτηριασμένους κάτω»
Η Εύη Τσάπαρη, 32 ετών από Θεσσαλονίκη σχετικά με την μοιραία νύχτα δηλώνει πως:
«Εγώ ήμουν στο τρίτο βαγόνι. Θυμάμαι χαρακτηριστικά τα απότομα φρεναρίσματα και μετά… το χάος.Τα τζάμια έσπασαν, σκοτάδι, καπνός, φωνές, ουρλιαχτά.Από την σύγκρουση κόπηκε η πλάτη μου, είχα ένα θλαστικό τραύμα κοντά στον πνεύμονα, αρκετά εγκαύματα ενώ κάηκαν και τα μαλλιά μου χωρίς να έχω έρθει καν σε επαφή με τα φωτιά.»

«Σκεφτείτε όταν καταφέραμε να βγουμε και ψάχναμε τον τροπο για να πάμε στο νοσοκομείο, ένας διασώστης του ΕΚΑΒ μου είπε: “Είσαι σφαγμένη, αλλά έχω ακρωτηριασμένους κάτω”. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα το μέγεθος του κακού.
Αυτό που μας έσωσε πάντως εκείνη την μέρα ήταν η αλληλεγγύη που είχαμε μεταξύ μας και βοηθούσαμε ο ένας τον άλλον, ωστόσο εντύπωση μου προκάλεσε το γεγονός ότι οι διασώστες που βρίσκονταν στο σημείο μπορούσαν να προσεγγίσουν το συμβάν μόνο μέχρι ενός συγκεκριμένου ορίου…»
«Αναφορικά με τις πρώτες μέρες στο νοσοκομείο πάθαινα συχνά κρίσεις πανικού. Δεν μπορούσα να καταλάβω γιατί έγινε όλο αυτό.Η ημερομηνία 28 Φεβρουαρίου με έχει σημαδέψει.Τον πρώτο χρόνο ήταν πένθος και θλίψη, τον δεύτερο θυμός ενώ φέτος, απαισιοδοξία. Καθώς πλησιάζει η δίκη, φοβάμαι πως η δικαιοσύνη δεν θα αποδοθεί όπως θα έπρεπε.»

«Δεν το ξεπερνάς ποτέ – Απλώς προσπαθείς να συνεχίσεις τη ζωή σου»
Ο Νίκος Λαουτίδης, 26 ετών, από τη Θεσσαλονίκη επαναφέρει και αυτός τις «μαύρες» μνήμες του από την στιγμή της σύγκρουσης:
«Ήμουν κι εγώ στο τρίτο βαγόνι. Θυμάμαι τη στιγμή της σύγκρουσης, το τρένο να αναποδογυρίζει, τον καπνό, τη αποπνικτική μυρωδιά στον αέρα.Δεν είχα συνειδητοποιήσει τις πρώτες ώρες ότι είχα χτυπήσει. Όταν έφυγε η αδρεναλίνη, άρχισα να πονάω. Τελικά αποδείχθηκε ότι είχα σπασμένα πλευρά, καψίματα και αρκετές εκδορές.»

«Τον πρώτο χρόνο ήμουν αρνητικός με την όλη κατάσταση και προσπαθούσα να συνεχίσω την ζωή μου σαν να μην είχε συμβεί ενώ η πρώτη επέτειος ήταν σαν να ξαναζούσα το δυστύχημα ξανά.Μετά από ενάμιση χρόνο ξεκίνησα ψυχοθεραπεία και σιγά σιγά άρχισα να στέκομαι στα πόδια μου. Δεν το ξεπερνάς ποτέ, απλώς μαθαίνεις να συνεχίζεις τη ζωή σου με αυτό.»

Η αντιμετώπιση από την Πολιτεία
Οι τρεις επιζήσαντες καταγγέλλουν αδιαφορία από το κράτος τα τρία αυτά χρόνια που ακολούθησαν την τραγωδία. Όπως λένε, παρότι όλοι χρειάστηκαν ψυχοθεραπεία για να μπορέσουν να σταθούν ξανά στα πόδια τους, κανένας επίσημος φορέας δεν τους προσέγγισε ούτε ενδιαφέρθηκε να δει την κατάστασή τους.
Η μόνη βοήθεια που έλαβαν, σύμφωνα με τον Νίκο και την Εύη, ήταν η αποζημίωση για φάρμακα και νοσηλεία μέσω του ΕΟΠΥΥ.
Ο Νίκος περιγράφει μάλιστα στη LarissaPress πως «υπήρχε και μια γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης, αλλά όταν κάλεσα με παρέπεμψαν στις δημόσιες δομές της Θεσσαλονίκης. Εκεί μου είπαν πως δεν υπήρχαν διαθέσιμοι ψυχίατροι ή ψυχολόγοι. Υπήρχε έλλειψη προσωπικού που θα καλυπτόταν υποτίθεται μετά το πέρας των εκλογών του 2023…»
«Έχουμε την αίσθηση, ως κοινωνία, ότι επειδή κάποιος επέζησε, πρέπει να θεωρήσει πως στάθηκε τυχερός και να συνεχίσει τη ζωή του. Αυτό όμως δεν ισχύει ούτε στο ελάχιστο.» αναφέρει χαρακτηριστικά από την πλευρά της η Εύη.
«Η αλήθεια θα βγει στο φως και όλοι αυτοί που σκότωσαν τα παιδιά μας θα πάνε εκεί που τους αξίζει»

Λίγες μόλις ημέρες πριν από την έναρξη της μεγάλης δίκης, δύο συγγενείς θυμάτων, ο Πάνος Ρούτσι και η Χρυσούλα Χλωρού, μοιράζονται τις σκέψεις τους στη LarissaPress έχοντας ανάμεικτα συναισθήματα και μειωμένες προσδοκίες για την έκβαση της κατάστασης.
«Τώρα που ξεκινάει και η μεγάλη δίκη, στις 23 Μαρτίου, ελπίζω να υπάρχουν δικαστές που να έχουν, έστω, λίγη ανθρωπιά μέσα τους και να κάνουν σωστά τη δουλειά τους», δηλώνει στη LP ο Πάνος Ρούτσι.
«Δεν μπορώ να πω ότι εμπιστεύομαι απόλυτα τη Δικαιοσύνη αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν ακόμα κάποιοι άνθρωποι μέσα σ’ αυτήν που μπορούν, έστω και τώρα, την τελευταία στιγμή, να κάνουν το σωστό.»
Ο ίδιος εκφράζει τον πόνο αλλά και την αγανάκτησή του για τις καθυστερήσεις στη διαδικασία:
«Το έγκλημα των Τεμπών μας στέρησε ότι πολυτιμότερο είχαμε.Έπρεπε ήδη να είναι φυλακή όλοι αυτοί που έκαναν το έγκλημα και τη συγκάλυψη. Αισθάνομαι απογοήτευση, πόνο, θλίψη, αλλά και πίστη γιατί κάποια στιγμή η αλήθεια θα βγει στο φως και όλοι αυτοί που σκότωσαν τα παιδιά μας θα πάνε εκεί που τους αξίζει.»

«Τρία χρόνια τρέχουμε σαν ντετέκτιβ και ψάχνουμε την αλήθεια»
Αντίστοιχα, η Χρυσούλα Χλωρού αναφέρει πως:
«Τρία χρόνια τώρα τρέχουμε σαν ντετέκτιβ να ψάχνουμε στοιχεία για να λάμψει η αλήθεια. Βλέπουμε όμως συνεχώς εμπόδια. Γιατί οι δικαστές προφυλάσσουν ο ένας τον άλλον, προφυλάσσουν τους πολιτικούς.»
«Ελπίζουμε να ανοίξουν τα στόματα, να μιλήσουν, για να μην ξαναγίνει ποτέ κάτι τέτοιο. Για να μη χρειαστεί να παλεύουν κι άλλοι γονείς, αδέρφια, παιδιά, τρέχοντας τρία χρόνια σαν ντετέκτιβ για άδικους, προμελετημένους θανάτους.»
Για τη μεγάλη δίκη που ξεκινά στις 23 Μαρτίου, η Χλωρού δηλώνει πως νιώθει αναστάτωση και συγκρατημένο ενθουσιασμό:
«Την περιμένουμε πάρα πολύ καιρό. Αλλά κρατώ τον εαυτό μου να μη νιώσει ενθουσιασμό, γιατί φοβάμαι ότι θα απογοητευτώ. Δεν έχω δει ακόμα τον χώρο της δίκης – δεν μου το επέτρεψαν…Δεν ξέρω αν θα μπορώ να είμαι μέσα να παρακολουθώ, αλλά εγώ θα είμαι εκεί.»
Καθώς η δικαστική διαδικασία προχωρά, η κοινωνία περιμένει απαντήσεις, οι οικογένειες περιμένουν δικαίωση, οι επιζώντες παλεύουν καθημερινά να ενώσουν τα κομμάτια τους.
Τρία χρόνια μετά, τα Τέμπη αποτελούν μια μνήμη που επιμένει, μια ημερομηνία που δεν σβήνει και μια υπενθύμιση ότι πίσω από τους αριθμούς υπάρχουν πρόσωπα, φωνές και ζωές που άλλαξαν για πάντα.
























