Της Εύας Καλογήρου
ΦΩΤΟ-ΒΙΝΤΕΟ: Δημήτρης Καστανάρας//LarissaPress
Σε μια εποχή όπου η μουσική χωρά σε μια οθόνη και ακούγεται με ένα «κλικ», στην καρδιά της Λάρισας επιμένουν να παίζουν… αναλογικά. Δύο μόνο δισκάδικα απέμειναν πια στην πόλη, δύο μικρά καταστήματα που δεν είναι απλώς επιχειρήσεις, αλλά ζωντανά κύτταρα μνήμης, συνάντησης και καθημερινής συντροφιάς. Δύο διαφορετικοί κόσμοι που ενώνονται από την ίδια αγάπη: τη μουσική ως βίωμα και τρόπο ζωής.

Ολύμπου 47: Η λαϊκή καρδιά της μνήμης
Στην οδό Ολύμπου 47 χτυπά η πιο παλιά «καρδιά». Πίσω από τον πάγκο, ο κύριος Θανάσης Καλούσης, 71 ετών, ανοίγει κάθε πρωί με την ίδια συνέπεια το μαγαζί του. Σηκώνει τα ρολά, ετοιμάζει καφέ και περιμένει όχι μόνο πελάτες, αλλά την παρέα του — τους «κοντοχωριανούς» του από την Καλλιπεύκη. Εκείνοι φτάνουν για τον πρωινό καφέ, την κουβέντα, τα πειράγματα και φυσικά για τη μουσική.

Ανάμεσα σε ράφια γεμάτα παλιούς δίσκους και κασέτες, με λαϊκές, ρεμπέτικες και δημοτικές φωνές, οι ιστορίες μπλέκονται με τις μελωδίες. Οι θαμώνες — όλοι τους πάνω από 90 ετών, με τον κύριο Θανάση να είναι ο νεότερος της παρέας — θυμούνται τα παλιά, σχολιάζουν την επικαιρότητα και δεν χάνουν το καθημερινό τους ραντεβού. «Η μουσική μάς κρατάει», λένε χαμογελώντας. Το δισκάδικο δεν είναι απλώς κατάστημα, είναι τόπος μνήμης και ζωντανής παρουσίας.

Ο ίδιος, μιλώντας συγκινημένος στη LarissaPress, αναφέρθηκε στις δεκαετίες που πέρασαν πίσω από τον πάγκο, στους ανθρώπους που έγιναν οικογένεια και στη δύναμη της συνήθειας που κρατά δεμένους τους θαμώνες. «Δεν είναι το εμπόριο που μας κρατά», σημείωσε, «είναι η παρέα και η μουσική». Για εκείνον, κάθε δίσκος κρύβει μια ιστορία και κάθε πρωινός καφές μια μικρή γιορτή ζωής.
Κοραή 4: Το ξένο ρεπερτόριο και οι γενιές του βινυλίου
Λίγα στενά πιο πέρα, στην οδό Κοραή 4, χτυπά ο δεύτερος και τελευταίος παλμός της δισκογραφικής Λάρισας. Το «Τέσσερα» του κυρίου Χρήστου Πετρόπουλου στέκει από το 1981, κουβαλώντας τη δική του διαδρομή από μια εποχή εντελώς διαφορετική. Τότε που δεν υπήρχε διαδίκτυο ούτε πλατφόρμες streaming, και οι φίλοι της ξένης μουσικής περνούσαν σχεδόν καθημερινά για να ρωτήσουν «τι βγήκε;», να πιάσουν στα χέρια τους το εξώφυλλο, να διαβάσουν τα ονόματα των συγκροτημάτων, να νιώσουν ότι συμμετέχουν σε κάτι ζωντανό και παγκόσμιο.

Στο «Τέσσερα» η ταυτότητα είναι ξεκάθαρη: ροκ, ποπ, κάντρι, φανκ — ξένο ρεπερτόριο. Από κλασικά άλμπουμ που σημάδεψαν γενιές μέχρι πιο «ψαγμένες» επιλογές για μυημένους. Εδώ μεγάλωσαν μουσικά πολλοί Λαρισαίοι που αναζητούσαν ήχους πέρα από τα σύνορα, κρατώντας στην άκρη το χαρτζιλίκι τους για να αγοράσουν τον δίσκο του αγαπημένου τους συγκροτήματος. Την αγωνία μέχρι να ανοίξει το σελοφάν. Τη χαρά της πρώτης ακρόασης.

Σήμερα, παρότι το βινύλιο επιστρέφει σταδιακά στη μόδα, οι πραγματικά ενεργοί συλλέκτες παραμένουν λίγοι. Το ενδιαφέρον υπάρχει, όμως δεν θυμίζει τη ζωντάνια των δεκαετιών του ’80 και του ’90. Οι πωλήσεις δεν έχουν τον παλιό ρυθμό και η καθημερινότητα ενός ανεξάρτητου δισκάδικου είναι απαιτητική.

Ο Χρήστος Πετρόπουλος, επίσης μιλώντας συγκινημένος στη LarissaPress, θυμήθηκε τα χρόνια που οι νέες κυκλοφορίες έφερναν ουρές έξω από το μαγαζί και οι συζητήσεις κρατούσαν ώρες. Μίλησε για τις γενιές που πέρασαν από το «Τέσσερα», για τα παιδιά που έγιναν ενήλικες με ένα βινύλιο στο χέρι και για την επιμονή να κρατήσει ανοιχτό έναν χώρο που δεν πουλά απλώς δίσκους, αλλά εμπειρία.
Σε μια πόλη όπου απέμειναν μόλις δύο δισκάδικα, οι διευθύνσεις αυτές δεν είναι απλώς σημεία στον χάρτη. Είναι δύο διαφορετικές όψεις της ίδιας ανάγκης: να ακούμε μαζί, να συζητάμε, να μοιραζόμαστε. Ο ένας χώρος πιο λαϊκός και παραδοσιακός, ο άλλος στραμμένος στη διεθνή σκηνή. Και οι δύο, όμως, βαθιά ανθρώπινοι.

Όσο υπάρχουν άνθρωποι που θα σηκώνουν τα ρολά κάθε πρωί και άλλοι που θα περνούν για «έναν καφέ και έναν δίσκο», η μουσική στη Λάρισα δεν θα σωπάσει. Θα συνεχίσει να γυρίζει — σαν βελόνα πάνω σε βινύλιο.























