Είδα χθες την ταινία με τίτλο «Η πλεξούδα». Η πλοκή της ιστορίας της αναφέρεται σπονδυλωτά στις ζωές τριών γυναικών, που επιχειρούν τις δικές τους αντίστοιχες υπερβάσεις, με αφετηρία την πίστη, τον έρωτα, το όνειρο, την ανατροπή, την ασθένεια. Στην πρώτη περίπτωση η γυναίκα πρέπει να ανατρέψει τη ροή της ζωής της, ακόμη και με το ρίσκο να τη χάσει. Στην δεύτερη περίπτωση η ζωή της γυναίκας ανατρέπεται μέσα από τον έρωτα και την επιθυμία για ανατροπές στην κουλτούρα της οικογένειας και του τόπου. Στην τρίτη περίπτωση, η ίδια η ζωή ανατρέπει τα πάντα, διά μέσου μιας ασθένειας.
Η ταινία μεταφέρει στη μεγάλη οθόνη με εξαιρετικό τρόπο το συγκλονιστικό μυθιστόρημα της Λετισιά Κολομπανί, ένα έργο που καταδεικνύει τη δύναμη του ανθρώπου για υπερβάσεις, μέσα από την αποφασιστικότητα τριών γυναικών να αλλάξουν τη μοίρα των γεγονότων και να ξαναπιάσουν το νήμα της ζωής από άλλη σκοπιά. Το σύμβολο που ενώνει τις ζωές τους είναι η κόμη, τα μαλλιά, τα οποία ούτως ή άλλως είναι σύμβολο δύναμης, υγείας και θηλυκότητας. Οι γυναίκες αυτές καλούνται να σπάσουν ένα μοτίβο που διατρέχει διαγενεακά τις ζωές τους. Ένα μοτίβο που διαπερνά όλη τους τη ζωή με απόλυτα στεγανό τρόπο στην Ινδία, καθώς η μοίρα προδιαγράφεται κοινωνικά, με ενδιάμεσο τρόπο στον Ιταλικό νότο, όπου οι παραδόσεις είναι ακόμη πολύ ζωντανές, αλλά η δίψα για ελευθερία αποζητά να ξεδιψάσει και με περισσότερο ψυχικό και ατομικό τρόπο στον Καναδά, όπου η γυναικεία ψυχή συνθλίβεται μεταξύ καριέρας και ευτυχίας, χάνει τον εαυτό της ανάμεσα στα πρότυπα που θέλει τη σύγχρονη γυναίκα να είναι ικανή σε όλα κι εν τέλει μένη μόνη, ενώ τα έχει όλα.
Τρεις ιστορίες που κουβαλούν το χάος του κόσμου, τις βαθιές κοινωνικές ανισότητες και βεβαίως τη θέση της γυναίκας, του δεύτερου φύλου όπως έλεγε η Σιμόν Ντε Μποβουάρ, που ακόμη και σήμερα ακροβατούν στη δίνη των κοινωνικών αλλαγών. Οι τρεις γυναίκες της πλεξούδας, στα χνάρια της Αντιγόνης, παραβαίνουν το νόμο και αποζητούν τη δικαίωση, την ισονομία, την ευκαιρία, την αποκατάσταση.
Από τα σκατά στο όνειρο, προσπαθεί να ταξιδέψει η Σμίτα, η πρωταγωνίστρια της πρώτης ιστορίας. Η «ανέγγιχτη» γυναίκα, δίχως να παραβιάζει το πλαίσιο των ηθικών της αρχών, αποφασίζει να δώσει ένα διαφορετικό μέλλον στην κόρη της, και στην ίδια. Το σκάει από το περίκλειστο περιβάλλον που ορίζει η μοίρα της και δραπετεύει προς το όνειρο. Η Τζούλια από το Παλέρμο, βρίσκεται ανάμεσα σε δύο κόσμους, αυτόν της παραδοσιακής συγκρότησης των σχέσεων -κοινωνικών και παραγωγικών- και μιας ραγδαίας αλλαγής του κόσμου, του κόσμου της οικονομίας, των ιδεών, του ονείρου, του έρωτα, που επιθυμεί να ακολουθήσει. Η Τζούλια επιλέγει να μην προσαρμοστεί στις επιταγές μιας καταπιεστικής κουλτούρας και μας υπενθυμίζει ότι οι προσωπικές μεταβάσεις μπορούν να μπολιάσουν και το κοινωνικό μας περιβάλλον με νέα στοιχεία και να συμβάλλουν στις κοινωνικές μεταβάσεις. Και τέλος η Σάρα, η οποία εξαντλείται στο πλαίσιο της εργασιακής της ανέλιξης, στο τρεχαλητό να χτίσει μια σπουδαία καριέρα, ώσπου ένας καρκίνος στο στήθος την προσγειώνει απότομα στην αλήθεια της, στην αποπνιχτική αλήθεια των ανταγωνιστικών σχέσεων εργασίας και στη δική της μοναξιά. Μια γυναίκα που φορώντας μια περούκα η οποία φτιάχτηκε από τα μαλλιά της Ινδής με επεξεργασία της Ιταλίδας γυναίκας, αποδίδει φόρο τιμής σε όλες τις γυναίκες που παλεύουν να ξεφύγουν από τη μοίρα τους. Μια γυναίκα που δεν έχει τίποτα, μια γυναίκα που ανήκει αλλά καταπιέζεται και μια γυναίκα που ενώ τα έχει όλα νιώθει μόνη, συνθέτουν το σκηνικό της ίδιας της ζωής που αναζητά την αλήθεια της, που ζητά να νιώσει ελεύθερη.
Το νήμα που συνδέει τις τρεις ιστορίες είναι το πάθος για τη ζωή, μια ζωή που οι γυναίκες αυτές δεν θέλουν να σπαταλήσουν στο βωμό της μοίρας, της παράδοσης, της επιτυχίας. Τρεις ιστορίες που μας συνδέουν με τα ουσιαστικά νοήματα της ζωής και μας υπενθυμίζουν το χρέος μας να παλεύουμε γι’ αυτά. Τρεις γυναίκες που συνθέτουν μια πλεξούδα αισιοδοξίας και μας διαμηνύουν ότι ο άνθρωπος είναι ικανός να παλεύει, σε κάθε συνθήκη, να κατακτήσει το όνειρο και να πραγματώσει τις βαθύτερες επιθυμίες του.
Τρεις σύγχρονες αμαζόνες που συμβολίζουν τον αγώνα των γυναικών για χειραφέτηση, μέσα από τη δύναμη και την ανυπακοή στο κατεστημένο. Τρεις «αμαζόνες» που συμβολίζουν τον αγώνα κάθε ανθρώπου που δεν υποτάσσεται στη μοίρα και στο φόβο, παρά στέκεται με γενναιότητα μπροστά στη δύναμη του ισχυρού, του αφέντη, της κουλτούρας, της ασθένειας. Μοίρα του ανθρώπου είναι οι επιλογές του.
Γνωρίζουμε ότι πολλές αντίστοιχες ιστορίες ανθρώπων που τόλμησαν τη μετάβαση, δεν έχουν το ίδιο αίσιο τέλος. Οι περισσότερες, ίσως, συνθλίβονται στη μέγγενη των κοινωνικών επιρροών, των στερεοτύπων, των ηθών, των προσδοκιών και των συμφερόντων. Δεν είναι όλες οι ιστορίες, ιστορίες νίκης και ελπίδας. Όμως ακόμη και οι αποτυχίες χτίζουν τις γέφυρες για τις επιθυμητές μεταβάσεις. Χρωστάμε τον ίδιο σεβασμό, ευγνωμοσύνη και ευχαριστίες και σε όλες αυτές τις γυναίκες -και άντρες σε ανάλογες και αντίστοιχες περιπτώσεις- που δεν τα κατάφεραν, θυσιάζοντας τον εαυτό τους για ένα καλύτερο κόσμο.
Αυτή την ιστορία επέλεξε ανεβάσει και η δική μας Κυριακή Σπανού στο θέατρο Μεταξουργείο. Ανυπομονώ με την πρώτη ευκαιρία να δω αυτή την παράσταση, καθώς το σανίδι έχει άλλη δυναμική και τα συναισθήματα μεταφέρονται με άμεσο και παραστατικό τρόπο.
























