Της Ειρήνης Παπουτσή
ΦΩΤΟ: Θ. Μπιάλας // LarissaPress
Εδώ και τέσσερις δεκαετίες έχει συνδέσει το όνομά της με ανασκαφικές… περιπέτειες, πολιτιστικές διαδρομές και χαρακτηριστικά τοπόσημα της Θεσσαλίας. Με απίστευτη εμπειρία στο πεδίο, «κομμάτι» σημαντικό της αποκάλυψης του Α’ Αρχαίου Θεάτρου και «ψυχή» του Διαχρονικού Μουσείου Λάρισας, η Σταυρούλα Σδρόλια, αρχαιολόγος, διδάκτωρ βυζαντινής αρχαιολογίας και μέχρι πρότινος προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λάρισας, μιλά στη LarissaPress με αφορμή την αφυπηρέτησή της και επιμένει να υποστηρίζει πως «ένα τέλος μπορεί κάλλιστα να φέρει μια νέα αρχή»!

Σαράντα χρόνια διαδρομής και έργου στο πεδίο τί γεύση μπορεί να αφήνουν και πώς θα είναι άραγε η επόμενη μέρα ενός ανθρώπου που ζει και αναπνέει για την επιστήμη του, αναρωτιόμουν λίγο πριν τη συναντήσω, με την ίδια να ξετυλίγει το κουβάρι μιας πολυετούς διαδρομής, ανασύροντας μνήμες και συνδυάζοντας μοναδικά τα μνημεία με τους ανθρώπους που τα αγαπούσαν.

Η έρευνα, οι προετοιμασίες, οι προσδοκίες μιας ανασκαφής και η χαρά της εύρεσης, τα μνημεία των Αγράφων, της Αγιάς και της Ελασσόνας, το Α’ Αρχαίο Θέατρο και το Διαχρονικό Μουσείο Λάρισας, παίρνουν θαρρείς καρέ – καρέ τη θέση τους στην κουβέντα μας, με την ανθρώπινη διάσταση και την πίστη στο συλλογικό και τις ομάδες να καθορίζει την σκέψη και την αντίληψή της.

«Ξέρετε, ένα τέλος μπορεί κάλλιστα να φέρει μια νέα αρχή. Το βλέπω σαν σταθμό μιας πολύχρονης διαδρομής με μεγάλα και ενδιαφέροντα στο διάβα της, οπότε δεν μπορεί, κάποιες νέες αρχές θα προκύψουν», ήταν οι πρώτες της κουβέντες, δίχως να αποκλείει, σαν τη ρώτησα, «την ευλογία της έκδοσης ενός βιβλίου».
«Ανακαλώντας μια όντως μακρά πορεία θα στεκόμουν σίγουρα στο πρώτο μισό της θητείας μου, όταν και κινήθηκα στη Δυτική Θεσσαλία, με την περιοχή των Αγράφων και τις εκκλησίες της να διατηρεί ξέχωρη θέση, καθώς με αυτή ασχολήθηκα και στη διδακτορική διατριβή μου. Ακολούθησε η αναδιάρθρωση της υπηρεσίας, για να ασχοληθώ την τελευταία 20ετία με την πολιτιστική διαδρομή της Λάρισας και το Α’ Αρχαίο Θέατρο, αλλά και τα μνημεία της Αγιάς και των παραλίων, όπως και της Ελασσόνας», συνεχίζει, περιγράφοντας με ενθουσιασμό εξαιρετικά μνημεία σε μικρές και πολλές φορές άγνωστες περιοχές, σε έναν μαγικό συνδυασμό «με τους ανθρώπους που τα αγαπούσαν».

«Είχα τη χαρά να ζήσω σημαντικές στιγμές και ευρήματα. Μια ανασκαφή εμπεριέχει πολλά στοιχεία: Μια μεγάλη περίοδο έρευνας και προετοιμασίας, πολλή δουλειά, υπομονή, επιμονή, κούραση και φυσικά… τύχη, απαραίτητο συστατικό για να φτάσεις στον στόχο. Η εκκλησία της Βελίκας – που ανακαλύφθηκε παράλληλα με το Κάστρο – μια σημαντική παλαιοχριστιανική βασιλική του 6ου αιώνα μ.Χ. και η εύρεση νομισμάτων της εποχής του Ιουστινιανού, ήταν μια από τις πολύ δυνατές στιγμές που έζησα», περιγράφει, ενώ στέκεται ιδιαιτέρως και στο εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα του Διαχρονικού Μουσείου Λάρισας.

«Ήταν η πρώτη φορά που ασχολήθηκα με μουσείο. Επρόκειτο για ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα, χρειάστηκε να ανακαλύψουμε πράγματα και να αυτοσχεδιάσουμε, αν σκεφτεί κανείς πως την περίοδο εκείνη (2010) το ενδιαφέρον για τον πολιτισμό ήταν μικρό, ενώ κινούμασταν σε μια πόλη χωρίς ιδιαίτερο τουρισμό και μάλιστα περιφερειακά αυτής και μακριά από το κέντρο της. Τα ξεχάσαμε όλα, όταν σε μια μαγική στιγμή το έργο ολοκληρώθηκε και αντικρύσαμε για πρώτη φορά το Διαχρονικό Μουσείο φωτισμένο!».
Αφήνουμε τον χώρο που μας φιλοξένησε και την καλώ σε μια σύντομη βόλτα στον πεζόδρομο της Βενιζέλου, με τη διαδρομή ως το Α’ Αρχαίο Θέατρο να συνοδεύεται από σύντομες… στάσεις, καθώς συμπολίτες έσπευδαν να τη συγχαρούν για το έργο και την προσφορά της στην πόλη, με την ίδια να εστιάζει σε μια πολιτιστική διαδρομή, με σημείο αναφοράς το εμβληματικό μνημείο και την απόδοσή του στη Λάρισα.

«Έχουμε πολλά ακόμη να κάνουμε και να “κοινωνήσουμε” στις νεότερες ηλικίες. Είναι μεγάλο το στοίχημα και καλούμαστε να το κερδίσουμε. Με άλλα λόγια να αλλάξουμε την κουλτούρα και να φέρουμε τη νέα γενιά σε επαφή με τα μνημεία και τα μουσεία μας. Ξέρετε, θα έλεγα πως ειδικά τα τελευταία οι άνθρωποι τα φοβούνται. Ίσως τα θεωρούν μονότονα ή και ελιτίστικα, ωστόσο η αλήθεια είναι πως είναι συναρπαστικά και εκτιμώ πως μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα και επισκέψεις σχολείων και με τη συνεργασία τοπικών φορέων και αρχών αυτό μπορεί ν’ αλλάξει».
Δεν προσπερνώ το πρώτο πληθυντικό που χρησιμοποίησε, με την ερώτηση για την επόμενη μέρα να ολοκληρώνει τη συζήτηση και μαζί τη σύντομη βόλτα μας: «Δεν αποκόπτονται οι αρχαιολόγοι από αυτό που έκαναν πάντα, την έρευνα. Θα συνεχίσω την έρευνα λοιπόν, μια έρευνα που αντλεί την έμπνευσή της από τα θρησκευτικά μας μνημεία, τις εκκλησίες και τη ζωγραφική της βυζαντινής περιόδου. Στο μυαλό μου υπάρχει πάντα μια συνεργασία με τις Μητροπόλεις σχετικά με τα κειμήλια και τις τοιχογραφίες. Φεύγω από την υπηρεσία “γεμάτη” και κρατώ πολύτιμη παρακαταθήκη τους ανθρώπους που είχα την ευκαιρία να γνωρίσω και να μοιραστώ μαζί τους όραμα και όνειρα για τα μνημεία μας», καταλήγει.
























