Μερικοί άνθρωποι που φτάνουν σε πολύ προχωρημένη ηλικία το αποδίδουν συνήθως στη διατροφή, τον τρόπο ζωής ή και την τύχη. Μία ομάδα επιστημόνων όμως εκτιμά ότι ενδέχεται να ανακάλυψε ένα από τα μυστικά της μακροζωίας.
Με άρθρο τους στο περιοδικό Science, ερευνητές εξηγούν ότι προηγούμενες μελέτες που προσπάθησαν να αποσαφηνίσουν το γενετικό σκέλος της ανθρώπινης διάρκειας ζωής δεν είχαν λάβει υπόψη πως ορισμένες ζωές τερματίζονται πρόωρα από ατυχήματα, δολοφονίες, λοιμώδη νοσήματα ή άλλους εξωγενείς παράγοντες. Αυτή η «εξωγενής θνησιμότητα» αυξάνεται με την ηλικία, καθώς οι άνθρωποι συχνά γίνονται πιο ευάλωτοι.
Ο καθηγητής Ούρι Αλον και οι συνεργάτες του στο Ινστιτούτο Επιστημών Weizmann στο Ισραήλ αναφέρουν ότι η γενετική συμβολή στη διακύμανση της ανθρώπινης διάρκειας ζωής παραμένει σε αυτές τις περιπτώσεις κεκαλυμμένη.
Η ομάδα εξέτασε την έννοια της «κληρονομικότητας», δηλαδή το ποσοστό της μεταβολής ενός χαρακτηριστικού -όπως το ύψος, το σωματικό βάρος ή το προσδόκιμο ζωής- που μπορεί να αποδοθεί στη γενετική και όχι σε περιβαλλοντικούς παράγοντες. Προηγούμενες μελέτες για το ανθρώπινο προσδόκιμο ζωής έχουν καταγράψει μεγάλο εύρος τιμών, με τον παράγοντα της κληρονομικότητας να κυμαίνεται από το 6% έως το 33%. Ωστόσο, ο Αλον και οι συνεργάτες του υποστηρίζουν ότι η συνεισφορά της υποεκτιμάται.
«Ελπίζω αυτή η μελέτη να εμπνεύσει τους ερευνητές να αναζητήσουν σε βάθος τα γονίδια που επηρεάζουν τη διάρκεια ζωής», είπε ο Αλον. «Αυτά τα γονίδια θα μας αποκαλύψουν τους μηχανισμούς που ρυθμίζουν τα εσωτερικά μας ρολόγια. Μια μέρα ίσως μπορέσουμε να τα αξιοποιήσουμε σε θεραπείες που θα επιβραδύνουν τον ρυθμό γήρανσης και έτσι θα επιβραδύνουν ταυτόχρονα όλες τις ασθένειες που σχετίζονται με την ηλικία».
Η ομάδα δημιούργησε ένα μαθηματικό μοντέλο που λαμβάνει υπόψη τόσο την εξωγενή θνησιμότητα όσο και τον αντίκτυπο της βιολογικής γήρανσης, και το βαθμονόμησε συσχετίζοντας τη διάρκεια ζωής με τη βοήθεια δεδομένων για χιλιάδες δίδυμους σε Δανία και Σουηδία.
Αποκλείοντας την επίδραση της εξωγενούς θνησιμότητας, ανέδειξαν το «σήμα» της βιολογικής γήρανσης που συνδέεται με γενετικούς παράγοντες. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι περίπου το 50% της διακύμανσης στη διάρκεια ζωής του ανθρώπου οφείλεται στη γενετική – ποσοστό που, όπως είπαν οι ερευνητές, είναι αντίστοιχο με αυτό που παρατηρείται σε πειραματόζωα. Το υπόλοιπο 50% της διακύμανσης πιθανότατα εξηγείται από περιβαλλοντικούς και άλλους παράγοντες.
«Εκεί περιμένουμε να βρούμε όλους τους συνήθεις υπόπτους: τρόπο ζωής, διατροφή, άσκηση, κοινωνικές σχέσεις, περιβάλλον και άλλα», δήλωσε ο Μπεν Σενχάρ, συν-συγγραφέας της μελέτης. Ο ίδιος υπογράμμισε πως ο τρόπος ζωής και το περιβάλλον στο οποίο ζούμε πιθανότατα γίνονται πιο σημαντικά όσο μεγαλώνουμε.
Η ομάδα διαπίστωσε επίσης ότι η κληρονομικότητα σε ό,τι αφορά τη διάρκεια ζωής διαφέρει ανάλογα με την αιτία θανάτου, όπως ο καρκίνος ή η άνοια.
Παρότι η νέα μελέτη δεν λαμβάνει υπόψη την επίδραση των γονιδίων στο ανοσοποιητικό σύστημα, ο καθηγητής Ρίτσαρντ Φάραγκερ από το Πανεπιστήμιο του Μπράιτον εκτίμησε ότι η συγκεκριμένη έρευνα δείχνει πως οι άνθρωποι δεν αποτελούν εξαίρεση σε ό,τι αφορά την κληρονομικότητα για τη διάρκεια ζωής.
«Αυτό είναι χρήσιμο, γιατί σημαίνει ότι οι άνθρωποι μοιάζουν αρκετά με τα είδη στα οποία μελετούμε τη γήρανση και μας δίνει έναν βαθμό εμπιστοσύνης ότι παρεμβάσεις που λειτουργούν στα ποντίκια μπορεί να έχουν αποτέλεσμα και στους ανθρώπους».
























