Της Εύας Καλογήρου
Τα συνεχή εργατικά ατυχήματα που καταγράφονται στη χώρα μετατρέπουν τους χώρους δουλειάς σε πεδία αυξημένου κινδύνου, αποκαλύπτοντας την απουσία ουσιαστικών μέτρων προστασίας και την υποβάθμιση της ανθρώπινης ζωής στο όνομα του κέρδους.
Μόνο μέσα στο 2025, 201 εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους σε εργοστάσια, εργοτάξια, αποθήκες και καταστήματα, αριθμός που αποτυπώνει το πραγματικό μέγεθος της τραγωδίας.
Ένα ακόμη θανατηφόρο περιστατικό ήρθε να προστεθεί σε αυτή τη μαύρη λίστα στο εργοστάσιο «Βιολάντα» στα Τρίκαλα, όπου έκρηξη και πυρκαγιά σε εγκαταστάσεις της μονάδας οδήγησαν στον θάνατο εργαζομένων και στον τραυματισμό άλλων.
Το νέο θανατηφόρο εργατικό δυστύχημα στο εργοστάσιο «Βιολάντα» στα Τρίκαλα επανέφερε με δραματικό τρόπο στο προσκήνιο το ζήτημα της ασφάλειας στους χώρους δουλειάς.
Σύμφωνα με καταγγελίες και τα πρώτα ευρήματα των ελέγχων, υπήρχαν σοβαρά και γνωστά προβλήματα ασφάλειας, τα οποία είχαν επισημανθεί έγκαιρα αλλά αγνοήθηκαν, με αποτέλεσμα μια τραγωδία που, όπως όλα δείχνουν, θα μπορούσε να είχε αποτραπεί.
Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λάρισας, Γιάννης Σκόκας, μιλά στη LarissaPress για τις πραγματικές αιτίες πίσω από αυτά τα περιστατικά, τις ευθύνες εργοδοσίας και κράτους, αλλά και την ανάγκη οι εργαζόμενοι να οργανώσουν συλλογικά την απάντησή τους.

Ακολουθεί η δήλωση του κ. Σκόκα:
«Καταγγέλλουμε το νέο, στυγνό εργοδοτικό έγκλημα που σημειώθηκε στο εργοστάσιο «Βιολάντα» στα Τρίκαλα, ένα ακόμη έγκλημα που επιβεβαιώνει ότι η εργατική τάξη της χώρας μας πληρώνει καθημερινά βαρύ φόρο αίματος στη μάχη για το μεροκάματο.
Δεν πρόκειται για «κακιά στιγμή» ή «ατυχία», όπως επιχειρούν να μας πείσουν. Πρόκειται για ένα ακόμη εργοδοτικό έγκλημα, που προστίθεται στον μαύρο κατάλογο των δεκάδων εργατικών δυστυχημάτων που συμβαίνουν καθημερινά στους χώρους δουλειάς. Μόνο μέσα στο 2025, 201 εργαζόμενοι έχασαν τη ζωή τους σε εργοστάσια, εργοτάξια, αποθήκες και καταστήματα, μετατρέποντας τους χώρους εργασίας σε αρένες θανάτου, σε μια ατελείωτη «κοιλάδα των Τεμπών».
Η καταγγελία της μητέρας της Ελένης Κατσαρού, μιας εκ των θυμάτων, η οποία εργάζεται και η ίδια στο εργοστάσιο εδώ και 28 χρόνια είναι συγκλονιστική, αφού δήλωσε πως εδώ και πάνω από έναν μήνα οι εργαζόμενοι προειδοποιούσαν τη διοίκηση ότι «μύριζε υγραέριο», χωρίς κανείς να δώσει σημασία. Επίσης ότι δεν γινόταν καμία ουσιαστική συντήρηση στα μηχανήματα, ενώ το κτίριο –όπως ανέφερε– δεν είχε συντηρηθεί ποτέ τα τελευταία 20 χρόνια.
Την ίδια στιγμή, σύμφωνα με τα στοιχεία από τον έλεγχο της Πυροσβεστικής, διαπιστώθηκε ότι σωλήνες προπανίου είχαν υποστεί διάτρηση. Οι σωληνώσεις αυτές μετέφεραν το αέριο από τις δεξαμενές προς τη μονάδα παραγωγής, με αποτέλεσμα τη διαρροή προπανίου που ξεκίνησε από απόσταση 30-40 μέτρων και συσσωρεύτηκε στον υπόγειο χώρο πριν από την έκρηξη.
Επιβεβαιώνεται, επίσης, ότι υπήρχε σοβαρό πρόβλημα στο σύστημα ανίχνευσης διαρροής, όπως είχε επισημάνει και το Εργατικό Κέντρο Τρικάλων.

Όλα τα παραπάνω καταρρίπτουν κάθε προσπάθεια συγκάλυψης και αποδεικνύουν ότι το έγκλημα αυτό είχε προαναγγελθεί. Οι αιτίες είναι γνωστές: κακοσυντηρημένες εγκαταστάσεις, ανύπαρκτα ή πλημμελή μέτρα ασφάλειας, εξαντλητικά ωράρια και υποστελεχωμένοι έλεγχοι. Την ίδια ώρα που οι επιχειρηματικοί όμιλοι καταγράφουν τεράστια κέρδη –όπως και η συγκεκριμένη εταιρεία, που το 2024 αύξησε τον κύκλο εργασιών και τα καθαρά της κέρδη θεαματικά– η ασφάλεια της ζωής των εργαζομένων αντιμετωπίζεται ως «κόστος».
Την ίδια ώρα, οι διαχρονικές ευθύνες όλων των κυβερνήσεων είναι τεράστιες, καθώς με τη διαρκή υποβάθμιση και υποστελέχωση των ελεγκτικών μηχανισμών λύνουν τα χέρια της εργοδοσίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι στον Νομό Λάρισας αντιστοιχούν μόλις έξι επιθεωρητές για όλους τους χώρους δουλειάς, δημόσιους και ιδιωτικούς.
Η Διοίκηση του Εργατικού Κέντρου Λάρισας απαιτεί να απαντηθούν άμεσα, με σαφήνεια και χωρίς καμία συγκάλυψη, όλα τα κρίσιμα ερωτήματα για τα αίτια της πυρκαγιάς και της έκρηξης και να αποδοθούν όλες οι ευθύνες για το νέο εργοδοτικό έγκλημα.
Εκφράζουμε τα θερμά μας συλλυπητήρια στις οικογένειες των θυμάτων και ευχόμαστε ταχεία ανάρρωση στους τραυματίες.
Καλούμε τους εργαζόμενους να μη συμβιβαστούν με τη λογική του «πάμε κι όπου βγει». Δεν είναι μοιραίο, ούτε κανονικότητα, να πηγαίνουμε για δουλειά χωρίς να ξέρουμε αν θα επιστρέψουμε ζωντανοί και αρτιμελείς. Συσπειρωμένοι στα σωματεία μας, να διεκδικήσουμε αποφασιστικά μέτρα προστασίας της ζωής και της υγείας μας».
Το περιστατικό στη «Βιολάντα» δείχνει ότι η τήρηση των κανόνων ασφαλείας δεν μπορεί να θεωρείται δευτερεύον ζήτημα ή «κόστος».
Η συνεχής ενημέρωση, η παρακολούθηση των εγκαταστάσεων και η εφαρμογή αυστηρών πρωτοκόλλων είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για έναν ασφαλή χώρο εργασίας, που προστατεύει τη ζωή των εργαζομένων και περιορίζει τα εργατικά ατυχήματα.
























