Της Εύας Καλογήρου
Ο νέος Κώδικας Οδικής Κυκλοφορίας φέρνει ιδιαίτερα αυστηρές ποινές για την οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ, με υψηλά πρόστιμα, αφαίρεση διπλώματος και σε ορισμένες περιπτώσεις ακόμη και ποινικές διώξεις.
Πώς όμως επηρεάζεται η νυχτερινή μετακίνηση και τι λένε οι οδηγοί ταξί της Λάρισας για τα αυστηρά πρόστιμα;

Μιλώντας στη LarisaPress, ο πρόεδρος του Σωματείου Ταξί Λάρισας Νίκος Πιπερίδης αναφέρει ότι η νυχτερινή κίνηση παρουσιάζει μια σχετική αύξηση, ωστόσο δεν μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα ότι αυτή οφείλεται αποκλειστικά στον νέο ΚΟΚ. «Και το προηγούμενο διάστημα η νυχτερινή κίνηση ήταν αυξημένη. Η διαφοροποίηση που παρατηρείται είναι μικρή», σημειώνει, προσθέτοντας πως οι περισσότεροι πελάτες που κυκλοφορούν τα βράδια είναι φοιτητές και νεαρά άτομα, τα οποία έτσι κι αλλιώς συνηθίζουν να μην οδηγούν μετά την έξοδό τους.

Όπως τονίζει, η πλειονότητα των οδηγών δείχνει να συμμορφώνεται με τις νέες διατάξεις, ωστόσο το βασικό πρόβλημα παραμένει η έλλειψη οδηγικής παιδείας. «Στην Ελλάδα ο καθένας θεωρεί ότι αυτό που κάνει στον δρόμο είναι το σωστό και περιμένει οι υπόλοιποι να του ανοίξουν δρόμο», αναφέρει χαρακτηριστικά, εκφράζοντας την άποψη ότι ορισμένες ποινές του νέου ΚΟΚ είναι υπερβολικές χωρίς, ωστόσο, να έχουν επηρεάσει ουσιαστικά τον κλάδο των ταξί.
Τα ανοιχτά ζητήματα του κλάδου
Παράλληλα, ο πρόεδρος του Σωματείου στέκεται στα σοβαρά και διαχρονικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι επαγγελματίες του κλάδου. Μεταξύ αυτών, η έλλειψη ουσιαστικής επικοινωνίας με το Υπουργείο Μεταφορών και τον αρμόδιο υπουργό, γεγονός που –όπως είπε– οδηγεί τον κλάδο σε κινητοποιήσεις. Σημαντικό ζήτημα αποτελεί και η υποχρεωτική μετάβαση στην ηλεκτροκίνηση, για την οποία οι ταξιτζήδες ζητούν μετάθεση, καθώς –όπως υποστηρίζουν– δεν υπάρχουν ακόμη οι αναγκαίες υποδομές, επαρκείς φορτιστές, ούτε η απαιτούμενη αυτονομία και ασφάλεια των οχημάτων.
Τέλος, ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στο φορολογικό βάρος που σηκώνουν οι επαγγελματίες ταξί, αλλά και στην «υποκλοπή έργου» από Ι.Χ. οχήματα, χωρίς να υπάρχουν –όπως καταγγέλλεται– οι κατάλληλες νομοθετικές ρυθμίσεις για ουσιαστικό έλεγχο. «Εμείς ελεγχόμαστε συνεχώς και σε υπερβολικό βαθμό, την ώρα που δεν υπάρχουν τα εργαλεία για να ελεγχθεί όποιος δεν εργάζεται νόμιμα. Είναι δύσκολο να καταλάβει κανείς ποιο είναι τελικά το δημόσιο συμφέρον», καταλήγει.
























