Η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν χαιρέτισε την απόφαση του Συμβουλίου να εγκρίνει τη συμφωνία ΕΕ–Mercosur, μιλώντας για μια «ιστορική» στιγμή που επιβεβαιώνει ότι «η Ευρώπη είναι σοβαρή απέναντι στις προτεραιότητές της».
Όπως υπογράμμισε, η συμφωνία «25 χρόνια μετά, παραδίδει ένα ουσιαστικό και αμοιβαία επωφελές αποτέλεσμα» και στέλνει μήνυμα ότι η Ένωση «παραμένει αξιόπιστος εταίρος σε έναν ολοένα και πιο εχθρικό και συναλλακτικό κόσμο».
Η Ευρώπη «χαράζει τον δικό της δρόμο»
Στη δήλωσή της, η φον ντερ Λάιεν παρουσίασε την απόφαση του Συμβουλίου ως απόδειξη ότι η ΕΕ επιμένει στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της ανάπτυξης, δημιουργώντας «ευκαιρίες για τις επιχειρήσεις και τους πολίτες της». Τόνισε ότι η συμφωνία με τη Mercosur εντάσσεται στη στρατηγική της Ένωσης «να διεθνοποιήσει το εμπόριό της, να διαφοροποιήσει τους εταίρους της και να μειώσει τις εξαρτήσεις της», σε μια συγκυρία όπου «το εμπόριο και οι εξαρτήσεις εργαλειοποιούνται».
Η πρόεδρος της Επιτροπής επέμεινε στον γεωπολιτικό χαρακτήρα του εγχειρήματος, σημειώνοντας ότι «σε έναν κόσμο όλο και πιο εχθρικό και συναλλακτικό, η Ευρώπη χαράζει τον δικό της δρόμο και στέκεται ως αξιόπιστος εταίρος». Χαρακτήρισε τη συμφωνία «νέα εποχή εμπορίου και συνεργασίας» με τις χώρες της Mercosur και «μαρτυρία της αντοχής και της δύναμης της σχέσης μας με τη Λατινική Αμερική».
Η «μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερου εμπορίου» και οι αριθμοί
Η φον ντερ Λάιεν παρουσίασε τη συμφωνία ως μοχλό ευημερίας, επισημαίνοντας ότι με την ολοκλήρωσή της «δημιουργούμε μια αγορά 700 εκατομμυρίων ανθρώπων – τη μεγαλύτερη ζώνη ελεύθερου εμπορίου στον κόσμο». «Το μήνυμά μας προς τον κόσμο είναι σαφές: η εταιρική σχέση δημιουργεί ευημερία και η ανοικτότητα οδηγεί στην πρόοδο», ανέφερε χαρακτηριστικά.
Ιδιαίτερο βάρος έδωσε στις επιχειρήσεις, υπογραμμίζοντας ότι «σήμερα, 60.000 ευρωπαϊκές εταιρείες εξάγουν προς τη Mercosur – οι μισές είναι μικρομεσαίες επιχειρήσεις – και θα ωφεληθούν από χαμηλότερους δασμούς, εξοικονομώντας περίπου 4 δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως σε τελωνειακούς δασμούς και απολαμβάνοντας απλούστερες τελωνειακές διαδικασίες».
Παράλληλα, σημείωσε ότι η συμφωνία «θα δώσει στις εταιρείες μας καλύτερη πρόσβαση σε κρίσιμες πρώτες ύλες», στοιχείο που συνδέεται με την πράσινη και ψηφιακή μετάβαση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Απάντηση στις ανησυχίες των αγροτών
Αναγνωρίζοντας το πολιτικά ευαίσθητο ζήτημα του αγροτικού τομέα, η φον ντερ Λάιεν επέμεινε ότι οι ανησυχίες των Ευρωπαίων παραγωγών έχουν ληφθεί υπόψη. «Έχουμε ακούσει τις ανησυχίες των αγροτών και του αγροτικού μας τομέα και έχουμε δράσει», τόνισε, προσθέτοντας ότι η συμφωνία «περιλαμβάνει ισχυρές ασφαλιστικές δικλίδες για την προστασία των μέσων διαβίωσής τους».
Υπενθύμισε επίσης ότι η ΕΕ ενισχύει τους ελέγχους στις εισαγωγές «γιατί οι κανόνες πρέπει να τηρούνται, και από τους εισαγωγείς», στέλνοντας μήνυμα πως τα ευρωπαϊκά πρότυπα ασφάλειας τροφίμων και περιβάλλοντος δεν θα υπονομευθούν.
Παράλληλα, ανέδειξε και τις θετικές προοπτικές για τον ευρωπαϊκό αγροδιατροφικό τομέα, σημειώνοντας ότι η συμφωνία ανοίγει νέες ευκαιρίες για τα ευρωπαϊκά προϊόντα ποιότητας. Όπως δήλωσε, στο κείμενο έχουν ενταχθεί 350 ευρωπαϊκές γεωγραφικές ενδείξεις, «περισσότερες από κάθε άλλη εμπορική συμφωνία της ΕΕ μέχρι σήμερα», κάτι που εξασφαλίζει ενισχυμένη προστασία για εμβληματικά προϊόντα της Ένωσης στις αγορές της Mercosur.
«Νέα πλατφόρμα πολιτικού διαλόγου» με τη Mercosur
Πέρα από τις οικονομικές διαστάσεις, η φον ντερ Λάιεν φρόντισε να αναδείξει και το πολιτικό βάθος της συμφωνίας, υπογραμμίζοντας ότι «είναι κάτι περισσότερο από μια εμπορική συμφωνία βασισμένη στην ισότιμη εταιρική σχέση».
Όπως είπε, η ΕΕ και η Mercosur «δημιουργούν μια πλατφόρμα πολιτικού διαλόγου που θα ενισχύσει τη σχέση μας και θα μας επιτρέψει να ευθυγραμμιστούμε καλύτερα με τους διεθνείς εταίρους μας», σε πεδία που εκτείνονται από την κλιματική δράση μέχρι την ενεργειακή ασφάλεια και τη δημοκρατική διακυβέρνηση.
Η ίδια συνέδεσε τη συμφωνία με τη σταθερότητα του παγκόσμιου εμπορικού συστήματος, σημειώνοντας ότι «σε μια χρονιά που κυριαρχείται από ειδήσεις για αυξανόμενους δασμούς και νέους εμπορικούς περιορισμούς, η θετική επίδραση αυτής της συμφωνίας έχει σημασία – όχι μόνο για τις δύο περιοχές μας, αλλά για την παγκόσμια οικονομία».
Πρόκειται, όπως ανέφερε, για «απόδειξη της επιμονής και της αφοσίωσης της Ευρώπης να υλοποιεί τις δεσμεύσεις της», επιμένοντας ότι η Ένωση παραμένει δύναμη που επενδύει στην πολυμέρεια και στις ανοιχτές αγορές.
Η προσωπική δέσμευση και το επόμενο βήμα
Η φον ντερ Λάιεν υπενθύμισε ότι μόλις τρεις εβδομάδες πριν, στο περιθώριο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, είχε διαβεβαιώσει τους εταίρους της Mercosur ότι «θα ταξιδέψουμε να τους συναντήσουμε και μαζί θα γράψουμε ιστορία», επιμένοντας ότι στο μεσοδιάστημα «δουλέψαμε σκληρά με τα κράτη‑μέλη και τους ενδιαφερόμενους φορείς για να το κάνουμε πράξη».
«Σήμερα, αυτή η σκληρή δουλειά απέδωσε», δήλωσε, εκφράζοντας την ανυπομονησία της να ταξιδέψει στην Παραγουάη «για να υπογράψουμε σύντομα αυτή τη συμφωνία‑ορόσημο, υπό την προεδρία της Παραγουάης, μετά από ισχυρή ηγεσία και καλή συνεργασία με τον πρόεδρο Λούλα».
Κλείνοντας τη δήλωσή της, η πρόεδρος της Επιτροπής επανήλθε στο κεντρικό αφήγημα της ευκαιρίας: «Με τη συμφωνία με τη Mercosur, δημιουργούμε μια αγορά 700 εκατομμυρίων ανθρώπων. Η Ευρώπη αποδεικνύει ότι, όταν επιμένει, μπορεί να παραδίδει συμφωνίες που αυξάνουν την ευημερία, ενισχύουν τις διεθνείς εταιρικές σχέσεις και προστατεύουν ταυτόχρονα τα πρότυπα και τις αξίες μας».
























