Στο μακρινό πλέον παρελθόν, ο εορτασμός των Χριστουγέννων δομούνταν γύρω από την πίστη ως το ισχυρότερο ενοποιητικό σύνδεσμο που συνείχε το συλλογικό νόημα των ανθρώπων. Η γέννηση του Χριστού δεν κατανοούνταν μόνο ως ένα θεολογικό γεγονός, αλλά ως μια συλλογική αφήγηση που διέτρεχε την κοινότητα και προσέδιδε ένα υπαρξιακό βάθος στο βίωμα της γιορτής. Η χαρά δεν ήταν επιβεβλημένη, αλλά αναδυόταν από τη συμμετοχή σε ένα κοινό συμβολικό πλαίσιο, όπου το ατομικό νόημα συναντούσε το συλλογικό.
Στη σύγχρονη εποχή, η πίστη αυτή έχει, σε μεγάλο βαθμό, αντικατασταθεί από την έννοια της κατανάλωσης, ως το βασικό νοηματοδοτικό πυλώνα των εορτών. Κατανάλωση προϊόντων, σχέσεων και συναισθημάτων. Ακόμη και η χαρά είναι ανταλλάξιμη και βιώνεται μέσα από το πλέγμα της κατανάλωσης. Οι γιορτές βέβαια, εξακολουθούν να κουβαλούν το περίβλημα της συλλογικότητας, παρότι συχνά βιώνονται με όρους εξατομικευμένους. Η «κατανάλωση» αναλαμβάνει το ρόλο του συνεκτικού στοιχείου, χωρίς όμως να μπορεί να δημιουργήσει μια πραγματική ενότητα. Ειδικά στις μέρες μας όπου η καταναλωτική δύναμη έχει μειωθεί. Κατά συνέπεια, διαμορφώνεται μια παράδοξη συνθήκη, οι γιορτές που θεωρητικά συνιστούν ένα κοινωνικό γεγονός και είναι επιφορτισμένες με την αναγέννηση του οικογενειακού πνεύματος, να βιώνονται σε πολλές περιπτώσεις ατομικά, μέσα από την καταναλωτική επίδοση και την επιβεβλημένη ευφορία.
Η κυρίαρχη αναπαράσταση των Χριστουγέννων είναι σήμερα αυτή της «καταναγκαστικής χαράς». Ο πρόωρος εορτασμός, οι φωταγωγήσεις και η παρατεταμένη διέγερση λειτουργούν ως υποκατάστατο νοήματος και ως άμυνα απέναντι στο υπαρξιακό κενό. Η κατανάλωση υπόσχεται πληρότητα, αλλά αδυνατεί να χορτάσει τις βαθύτερες ανθρώπινες επιθυμίες για σχέση, αναγνώριση και αγάπη. Γι’ αυτό και η απογοήτευση συχνά συνοδεύει τη γιορτή, ακόμη κι όταν όλα γύρω δείχνουν «γιορτινά». Πόση πίστη και πόση χαρά να χωρέσει σε μια πιστωτική κάρτα;
Το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιο μπορεί να είναι σήμερα το νέο συλλογικό διακύβευμα των εορτών, αυτό που θα στεγάσει και το υποκειμενικό νόημα του καθενός. Με αφορμή την «εξέγερση» των αγροτών και των κτηνοτρόφων, σκέφτομαι ότι ίσως το νέο νόημα να είναι η επανασύνδεσή μας με τη φύση και τη δική της ιεράρχηση. Η αναφορά στις κινητοποιήσεις αυτών των ανθρώπων που συνδέονται άμεσα με τη γη και την παραγωγή υποδηλώνει την ανάγκη επανασύνδεσης με τη φύση, όχι ως μια ρομαντική φυγή από την δύσκολη καθημερινότητα, αλλά ως το βασικότερο κριτήριο του μέτρου και της δικαιοσύνης. Η απομάκρυνση από τη φυσική τάξη των πραγμάτων, συνοδεύεται συχνά από αφύσικες κοινωνικές ιεραρχήσεις, όπως ακραία ανισότητα, διαφθορά, συσσώρευση πλούτου και αποδυνάμωση των θεσμών.
Η επιστροφή στη «φύση» αναδεικνύει την αναγκαιότητα να γκρεμίσουμε όσα «αφύσικα» συμβαίνουν στον τόπο μας, και να εναντιωθούμε, παραδείγματος χάρη, στη γιγάντωση του πελατειακού κράτους, την ελλειμματικότητα των θεσμών, την αναξιοκρατία, τη συρρίκνωση της δικαιοσύνης, και σε άλλα πολλά.
Ίσως το διακύβευμα για να το πετύχουμε αυτό να είναι η αγάπη. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η αγάπη αναδύεται όχι ως συναίσθημα, αλλά ως ηθική και πολιτική στάση. Χωρίς αγάπη δεν μπορεί να υπάρξει ούτε δικαιοσύνη, ούτε συμπόνια. Αναρωτιέμαι καμιά φορά, πόσα χρήματα χρειάζεται ένας άνθρωπος για να ζήσει καλά, τι μπορεί να τα κάνει τα πολλά δις ένας άνθρωπος, ειδικά όταν κάποιοι άλλοι πεινούν; Εκτός αν πιστεύει ότι τα σάβανα έχουν τσέπες. Κι εν τέλει αναρωτιέμαι τι ξεχωρίζει τον «φραπέ», από εκείνον τον κτηνοτρόφο που μοιρολογούσε για τη σφαγή των προβάτων του. Τι ξεχωρίζει τον κανακεμένο γιο με την πόρσε, από πολλούς ανθρώπους που θρηνούν και χρωστούν. Μα αυτό που τους ξεχωρίζει είναι η αγάπη, η αγάπη γι’ αυτό που είναι και γι’ αυτό που κάνουν. Είναι συγκλονιστικό ένα βίντεο που δείχνει μια νεαρή γυναίκα που θρηνώντας για τα σφαγιασμένα πρόβατα, μιλάει με πόνο για τη σύνδεση μεταξύ της γης, του προβάτου και του εαυτού της, σαν όλα να είναι μια αδιαίρετη ενότητα. Κι αυτό ακριβώς είναι αγάπη, αυτή η σύνδεση.
Η συνειδητοποίηση της θνητότητας, το μεγαλείο του θανάτου, αλλά και το φως της γέννησης, φανερώνουν το παράλογο της απληστίας που στοιχειώνει τη συσσώρευση χρημάτων και υλικών αγαθών, την κατανάλωση και τον ατομισμό. Τα Χριστούγεννα, ως η συμβολική γιορτή της γέννησης μιας καινούργιας αρχής, ίσως μπορούν να ανακτήσουν το νόημά τους μόνο αν ξαναγίνουν ένας τόπος συνάντησης, όπου οι άνθρωποι θα βρουν το κουράγιο να αντισταθούν, και η αντίσταση θα δημιουργήσει ένα νέο ανήκειν που θα στεγάσει την υποκειμενικότητά μας.
Η πίστη, ο αγώνας για κάτι καλύτερο, μπορεί να συνδράμει στην προσπάθεια ο καθένας από μας να συνομιλήσει με το ανώτερο στοιχείο της ύπαρξής του, να βγει από το καβούκι του ατομισμού και να συνυπάρξει αλληλέγγυα με τους άλλους. Έτσι μόνο μπορεί να βρει και το θάρρος να αντιμετωπίσει τις τρέχουσες δυσκολίες της καθημερινότητάς του. Η πίστη σε έναν αγώνα για κάτι καλύτερο, μπορεί να μας συμφιλιώσει με ό,τι είμαστε και με ό,τι μπορούμε να γίνουμε. Να μας βγάλει από το αδιέξοδο και τη μοιρολατρική θέση ότι δεν μπορούμε να αλλάξουμε τα πράγματα.
Φέτος, ακόμη κι αν ταλαιπωρηθείτε στις διαδρομές σας στις εθνικές και τις παρακαμπτήριες οδούς ή όσοι άλλοι πλήττεστε οικονομικά από τον αγώνα των αγροτο-κτηνοτρόφων να θυμόσαστε το σλόγκαν «η ταλαιπωρία είναι προσωρινή, τα έργα θα μείνουν για πάντα». Η ταλαιπωρία και η ζημιά είναι παρούσα, αλλά το διακύβευμα είναι τεράστιο και μας αφορά όλους. Έχει να κάνει με την πίστη ότι μπορούμε να αλλάξουμε τα κακώς κείμενα.
Η ευχή μου είναι να προσπαθήσουμε ακόμη περισσότερο να είμαστε μεγαλόψυχοι, με τους εαυτούς μας και τους άλλους.
























