«Η μόνη ανάπαυλα μέσα σε εκείνον τον μαραθώνιο υπερδραστηριότητας, εκτός από τις καθημερινές απογευματινές συναντήσεις με την μητέρα του και την Κατερίνα, ήταν κάποιες μοναχικές βόλτες συνήθως νωρίς τα πρωινά της Κυριακής. Πάνω από τριάντα χρόνια είχε να περιπλανηθεί στη Λάρισα έτσι χωρίς σκοπό, σαν να ήταν κανένας ξένος επισκέπτης που την αντικρίζει πρώτη φορά και αποζητά να τη γνωρίσει. Όχι πως υπήρχαν πολλά να ανακαλύψεις. Η πόλη έπασχε από την ίδια νόσο που πάσχουν όλες σχεδόν οι ελληνικές πόλεις. Αμνησία.
Αν επισκεπτόσουν το υπό αναστήλωση αρχαίο θέατρο μπορούσες να υποψιαστείς πώς μπορεί να ήταν τα πράγματα εδώ τον 2ο αιώνα μ.Χ. Μια περιήγηση στο παλιό μεγάλο τζαμί, το Μπεζεστένι –την οθωμανική κλειστή αγορά-, τον λίθινο περίβολο του παλιού φρουρίου λίγο πιο πάνω, τα απομεινάρια μιας βυζαντινής βασιλικής εκκλησίας, κάπου εκεί δίπλα, αν διέκρινες τις θολωτές οροφές των αθέατων κατά τα άλλα τούρκικων λουτρών, αν έμπαινες στον κόπο να επισκεφτείς το διαχρονικό μουσείο στις νότιες παρυφές της πόλης, ίσως μπορούσες να αναπλάσεις μια αποσπασματική εικόνα περασμένων εποχών. Θραύσματα ενός κόσμου χαμένου για πάντα. Που δεν ενδιέφερε πια κανέναν ή σχεδόν κανέναν. Όλος ο ενδιάμεσος χρόνος που κύλησε μέχρι σήμερα ήταν σαν να μην υπήρξε ποτέ, το ίδιο και οι άνθρωποι που κάποτε έζησαν και πέθαναν εδώ. Άρχοντες και δούλοι, πλούσιοι και φτωχοί, δίκαιοι και άδικοι είχαν χαθεί δια παντός δίχως να αφήσουν το παραμικρό ίχνος. Και όσο για τα νεότερα χρόνια ίσχυε το ίδιο. Ο καταστροφικός σεισμός του 1941, και κατόπιν ο ιταλικός αεροπορικός βομβαρδισμός την αμέσως επόμενη μέρα, είχαν ισοπεδώσει ή αχρηστεύσει την πλειονότητα των κτιρίων, τα υπόλοιπα τα αφάνισαν τις επόμενες δεκαετίες η ανάγκη, η άγνοια αλλά κυρίως η απληστία των τελευταίων δύο τριών γενεών που αποδείχθηκαν μακράν χειρότερες από τις προηγούμενες. Και τώρα κυριαρχούσαν παντού, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, άχαρες πολυώροφες κατασκευές, στριμωγμένες η μία δίπλα στην άλλη.
Όσο για τα δημόσια κτίρια, αν εξαιρούσες το Δημαρχείο, το δικαστικό μέγαρο, παρά την ωμότητα των ογκωδών κολόνων της πρόσοψης που άλλο σκοπό δεν είχαν απ΄το να υπενθυμίζουν τη δύναμη της κρατικής εξουσίας, και τέλος, τον παλιό αλευρόμυλο (πραγματικό αριστούργημα βιομηχανικής αρχιτεκτονικής των αρχών του 20ου αιώνα) που τώρα πια λειτουργούσε ως χώρος πολιτιστικών δράσεων, σχεδόν όλες οι υπόλοιπες υποδομές μαρτυρούσαν προχειρότητα και χοντροκοπιά. Η Δημοτική Πινακοθήκη, παρά τους θησαυρούς που φιλοξενούσε, εξωτερικά θύμιζε περισσότερο δημόσια υπηρεσία παρά ναό αφιερωμένο στην Τέχνη, το νέο Δημοτικό Θέατρο με τις γυάλινες προσόψεις παρέπεμπε σε κτίριο που στεγάζει γραφεία επιχειρήσεων, οι σχεδόν πανομοιότυπες εκκλησίες δεν απέπνεαν τίποτα πνευματικό ή μεγαλειώδες, τα σχολεία παρομοίως, φτιαγμένα λες επίτηδες για να αποθαρρύνουν αντί να ενθαρρύνουν τη φαντασία και τη δημιουργικότητα διδασκομένων και διδασκόντων. Για να μη μιλήσει κανείς για τη μάστιγα των βανδαλισμών, των μεγαλόστομων συνθημάτων στους τοίχους και των γκράφιτι που συνέβαλαν στη γενικότερη ακαλαισθησία και ενέτειναν την εντύπωση πως όσες μάχες και να δινόταν, στο τέλος η βαρβαρότητα θα επικρατούσε.
Ο Λευτέρης σε εκείνες τις βόλτες θυμόταν συχνά ένα απόσπασμα του Πλάτωνα που υποστήριζε πως ακόμα και ένας μόνο πυργίσκος στην άκρη μιας πόλης να δείχνει αφρόντιστος ή άσχημος, ήταν αρκετό για να κάμψει το αίσθημα περί δημοκρατίας των πολιτών της. Αν ο αρχαίος σοφός είχε έστω και λίγο δίκιο συνδέοντας έτσι απροκάλυπτα τη δημόσια αρχιτεκτονική και αισθητική με το πολίτευμα κάθε τόπου, τότε η Δημοκρατία βρισκόταν σε τρομερό κίνδυνο όχι μόνο στη Λάρισα αλλά σε ολόκληρη τη χώρα…»
Ο Λαρισαίος συγγραφέας Κωνσταντίνος Τζαμιώτης έγραψε ένα από τα καλύτερα μυθιστορήματα της εποχής. «Θα πέσει η νύχτα», από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με την φωτογραφία του Τάκη Τλούπα στο εξώφυλλο και τους Λαρισαίους, διαβάζοντας το βιβλίο, να απολαμβάνουν τα θραύσματα της πόλης τους.
Το βιβλίο του Τζαμιώτη όμως δεν απευθύνεται φυσικά μόνο στους Λαρισαίους. Όπως και κάθε μεγάλο συγγραφικό έργο, απευθύνεται σε όλους. Στους κατοίκους αυτής της χώρας, οι οποίοι παρακολουθώντας την εναλλαγή του χρόνου και του χώρου με πρωταγωνιστές στέρεες και τόσο “γνωστές” σε όλους μας προσωπικότητες, ουσιαστικά διατρέχουν το κοινωνικό υπόστρωμα της χώρας μας.
Η νύχτα θα πέσει, αυτό είναι το μόνο σίγουρο. Και στις μέρες μας πέφτει όλο και πιο συχνά. Ακανόνιστα. Έξω από τον φυσικό της χρόνο. Και οι άνθρωποι αντιστέκονται. Με τα πάθη και τα λάθη τους. Με τα όνειρα και τις φιλοδοξίες τους. Με την προσωπική του ιστορία ο καθένας και τα βιώματα που τον έχουν καθορίσει σαν προσωπικότητα. Κουβαλώντας ένοχα μυστικά, περπατώντας σε αμαρτωλές ράγες, παλεύοντας για το δίκαιο και το ηθικό σε έναν κόσμο μονότονα ανήθικο.
Η γραφή του Τζαμιώτη είναι απολαυστική. Όσο και η πλοκή του έργου του. Τόσο που υπάρχουν φορές που νιώθεις μέσα σου να δημιουργούνται κόμποι. Άλλωστε, κι ας μην το ξεχνάμε, οι απολαύσεις γίνονται πιο έντονες όταν πέφτει η νύχτα…
Να το διαβάσετε!