Της Εύας Καλογήρου
Στο επίκεντρο των μεγάλων προκλήσεων που αντιμετωπίζει η αγροτική παραγωγή στη Θεσσαλία βρίσκεται η Λάρισα, μια περιοχή που παραδοσιακά αποτελεί τον ισχυρότερο πυλώνα του πρωτογενούς τομέα στη χώρα. Η κλιματική κρίση, η πίεση στους υδατικούς πόρους και το αυξανόμενο κόστος παραγωγής διαμορφώνουν ένα νέο, απαιτητικό τοπίο για τους παραγωγούς.
Με αφορμή την εκδήλωση «Σχεδιάζοντας το Μέλλον: Αγροτική παραγωγή, δυνατότητες και προκλήσεις» που πραγματοποιήθηκε πρόσφατα στη Λάρισα, ο καθηγητής του ΕΚΠΑ Στάθης Αραποστάθης μίλησε στη LarissaPress και παρουσίασε τα βασικά συμπεράσματα έρευνας που αποτυπώνει τις αντοχές αλλά και τα όρια του σημερινού αγροτικού μοντέλου.

Κύριε Αραποστάθη, ποιο είναι το πιο ανησυχητικό μήνυμα που στέλνουν οι παραγωγοί της Λάρισας μέσα από την έρευνα που εκπόνησε το ΕΚΠΑ υπό την αιγίδα της Περιφέρειας Θεσσαλίας;
Το πιο ανησυχητικό μήνυμα που προκύπτει από την έρευνα είναι ότι ένα μεγάλο μέρος των παραγωγών θεωρεί πως το σημερινό αγροδιατροφικό μοντέλο της Θεσσαλίας έχει φτάσει κοντά στα κοινωνικο-οικολογικά του όρια. Οι παραγωγοί δεν περιγράφουν απλώς μια δύσκολη συγκυρία. Περιγράφουν μια βαθύτερη κρίση ανθεκτικότητας, όπου η εξάντληση των υδροφορέων, η εξάρτηση από αρδευτικά συστήματα, ο κατακερματισμένος κλήρος, το υψηλό κόστος εισροών και η περιορισμένη διαπραγματευτική τους ισχύς συνθέτουν ένα σύστημα που λειτουργεί πλέον οριακά.
Αυτό φάνηκε έντονα τόσο στις συνεντεύξεις όσο και στα πέντε εργαστήρια συνδημιουργίας. Οι αγρότες αντιλαμβάνονται ότι οι πιέσεις συσσωρεύονται: νερό, ενέργεια, κόστος παραγωγής, ακραία καιρικά φαινόμενα, αβεβαιότητα αγοράς. Το αποτέλεσμα είναι ότι η διατήρηση της παραγωγής με τους σημερινούς όρους γίνεται όλο και πιο δύσκολη.
Παράλληλα, η έρευνα έδειξε ότι οι παραγωγοί βλέπουν την κλιματική κρίση και ως ζήτημα δικαιοσύνης. Η πρόσβαση σε νερό, υποδομές και δυνατότητες προσαρμογής δεν είναι ισότιμη ανάμεσα σε περιοχές και ομάδες παραγωγών. Για παράδειγμα, η Ανατολική Θεσσαλία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από υπόγειες αντλήσεις και τον Πηνειό, ενώ η Δυτική Θεσσαλία διαθέτει πρόσβαση σε υποδομές όπως ο Ταυρωπός και το Σμόκοβο. Το κρίσιμο στοιχείο, όμως, είναι ότι οι παραγωγοί δεν αρνούνται την ανάγκη αλλαγής. Ζητούν η αλλαγή αυτή να γίνει με σχέδιο, δικαιοσύνη και πραγματική συμμετοχή.

Η Λάρισα θεωρείται η «καρδιά» της αγροτικής παραγωγής της χώρας. Πόσο απειλείται σήμερα αυτός ο ρόλος από την κλιματική κρίση και το πρόβλημα του νερού, σύμφωνα με τα στοιχεία της έρευνας;
Η έρευνα δείχνει ότι ο ρόλος της Λάρισας ως βασικού αγροτικού πυλώνα της χώρας βρίσκεται σήμερα υπό σοβαρή πίεση, κυρίως λόγω του νερού και της κλιματικής κρίσης. Η Θεσσαλία εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από αρδευόμενες καλλιέργειες, ενώ ήδη αντιμετωπίζει εκτιμώμενο ετήσιο έλλειμμα άνω των 400 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων νερού. Πρόκειται για ένα διαρθρωτικό πρόβλημα που δεν αφορά μόνο τη γεωργία, αλλά συνολικά τη βιωσιμότητα του περιφερειακού μοντέλου ανάπτυξης.
Οι προβλέψεις που καταγράφονται στην έρευνά μας είναι επίσης ανησυχητικές. Μέχρι το 2040 αναμένεται μείωση των βροχοπτώσεων κατά περίπου 30% και ταυτόχρονα αύξηση της ζήτησης για άρδευση κατά 10%. Αυτό σημαίνει ότι η πίεση στους υδατικούς πόρους θα αυξηθεί σημαντικά, ειδικά στις πεδινές περιοχές της Λάρισας που στηρίζονται σε εντατικές αρδευόμενες καλλιέργειες.
Η κατάσταση επιβαρύνεται και από το σημερινό αγροτικό μοντέλο, το οποίο παραμένει έντονα εξαρτημένο από εξωτερικές εισροές, όπως ενέργεια, λιπάσματα και αρδευτικά συστήματα. Αυτή η εξάρτηση αυξάνει την οικονομική ευαλωτότητα των παραγωγών. Οι διαδοχικές ξηρασίες και πλημμύρες των τελευταίων ετών έδειξαν ότι η περιοχή δεν διαθέτει ακόμη επαρκή κοινωνικο-οικολογική ανθεκτικότητα.
Παρόλα αυτά, η εικόνα δεν είναι μόνο αρνητική. Η έρευνα κατέγραψε ότι οι παραγωγοί της Ανατολικής Θεσσαλίας, στη Λάρισα, τα Φάρσαλα και τον Αλμυρό, εμφανίζονται πιο έτοιμοι να πειραματιστούν με νέες τεχνολογίες και πιο πρόθυμοι να συμμετάσχουν σε μια οργανωμένη στρατηγική μετάβασης. Υπάρχει, βέβαια, μεγάλη προσμονή για τα έργα που θα διασφαλίσουν το νερό. Εκεί βρίσκεται και το κομβικό σημείο: η εξασφάλιση νερού δεν πρέπει να οδηγήσει απλώς σε επιστροφή στις πρακτικές του παρελθόντος. Πρέπει να συνδεθεί με νέες ζώνες καλλιέργειας, πρότυπα ποιότητας, συλλογική οργάνωση και πρόσβαση σε αγορές. Διαφορετικά, υπάρχει διπλός κίνδυνος: είτε να υπάρξει νερό χωρίς αλλαγή παραγωγικού μοντέλου είτε να καθυστερήσουν τόσο οι λύσεις ώστε ένα μέρος του αγροτικού κόσμου να χάσει την εμπιστοσύνη του και να απομακρυνθεί από την παραγωγή.

Μετά τις καταστροφικές πλημμύρες Daniel και Elias, διαπιστώσατε μέσα από την έρευνα φόβο και αβεβαιότητα στους αγρότες για το αν μπορούν να παραμείνουν στην παραγωγή;
Η ερώτηση αυτή έχει πολύ ενδιαφέρον. Εάν εξαιρέσει κανείς τις περιοχές που χτυπήθηκαν συγκεκριμένα από τις πλημμύρες, τα έντονα και συνάμα τραγικά φαινόμενα δεν μπορούμε να ήταν σημείο καμπής. Οι αγρότες γνώριζαν από χρόνια ότι η παραγωγή τους ήταν ευάλωτη εξαιτίας της Κλιματικής Κρίσης. Οι πλημμύρες Daniel και Elias λειτούργησαν για πολλούς παραγωγούς όχι ως ένα σημείο καμπής, ούτε ως «ακραίο μοναδικό περιστατικό» αλλά ως ακόμη μία ένδειξη ότι η περιοχή εισέρχεται σε μια νέα εποχή αυξημένης κλιματικής αστάθειας.
Στις συνεντεύξεις και στα εργαστήρια καταγράφηκε έντονα η αίσθηση ανασφάλειας για το μέλλον της παραγωγής, ιδιαίτερα σε σχέση με το νερό, το κόστος αποκατάστασης, τις ασφαλιστικές αποζημιώσεις και τη δυνατότητα συνέχισης των καλλιεργειών με βιώσιμους οικονομικούς όρους. Η παρουσίαση της έρευνας μιλά ξεκάθαρα για «απογοήτευση ως προς την αγροτική συνέχεια». Δηλαδή, πολλοί παραγωγοί αμφισβητούν πλέον αν η γεωργία μπορεί να αποτελέσει ένα σταθερό και ασφαλές μέλλον για τους ίδιους ή για τα παιδιά τους.
Οι πλημμύρες ανέδειξαν επίσης ότι το σημερινό μοντέλο είναι ευάλωτο όχι μόνο περιβαλλοντικά αλλά και κοινωνικά. Η Θεσσαλία χαρακτηρίζεται από υψηλή εξάρτηση από αρδευτικά δίκτυα, εισροές και ενεργοβόρες καλλιέργειες, ενώ οι διαδοχικές κρίσεις αυξάνουν το αίσθημα επισφάλειας. Για πολλούς αγρότες, το πρόβλημα δεν είναι μόνο αν θα υπάρξει παραγωγή την επόμενη χρονιά, αλλά αν θα υπάρχει στοιχειώδης προβλεψιμότητα ώστε να μπορέσουν να επενδύσουν, να δανειστούν ή να σχεδιάσουν το μέλλον τους.
Ωστόσο, η έρευνα δείχνει και κάτι ακόμη: παρά τον φόβο, δεν κυριαρχεί η λογική της παραίτησης. Πολλοί παραγωγοί δηλώνουν πρόθυμοι να αλλάξουν πρακτικές, να επενδύσουν σε νέες τεχνολογίες ή να συμμετάσχουν σε συλλογικά σχήματα, αλλά ζητούν σταθερούς κανόνες, θεσμική στήριξη και ένα σαφές σχέδιο μετάβασης. Αυτό είναι κρίσιμο, γιατί δείχνει ότι η κοινωνία της υπαίθρου δεν αρνείται την αλλαγή· φοβάται όμως ότι θα αφεθεί μόνη της να διαχειριστεί το κόστος της.

Οι παραγωγοί μιλούν για έλλειψη εμπιστοσύνης προς το κράτος και τους θεσμούς. Πόσο βαθιά καταγράφεται αυτή η κρίση εμπιστοσύνης στη Θεσσαλία;
Η κρίση εμπιστοσύνης καταγράφεται σε πολύ βαθύ επίπεδο και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους μη τεχνικούς φραγμούς για τη μετάβαση της Θεσσαλίας. Οι παραγωγοί δεν εκφράζουν απλώς δυσαρέσκεια για επιμέρους πολιτικές. Αμφισβητούν τη δυνατότητα του κράτους και των θεσμών να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμα, να στηρίξουν δίκαια την προσαρμογή και να κατανοήσουν τις πραγματικές συνθήκες της αγροτικής ζωής.
Στα συμπεράσματα της έρευνας αναφέρεται ρητά ότι η διστακτικότητα απέναντι σε ριζικές αλλαγές συνδέεται με «έλλειμμα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς και αίσθηση αποκλεισμού από ουσιαστικό σχεδιασμό». Πολλοί παραγωγοί θεωρούν ότι οι αποφάσεις λαμβάνονται χωρίς τη δική τους ουσιαστική συμμετοχή και ότι οι πολιτικές σχεδιάζονται «από τα πάνω», χωρίς επαρκή κατανόηση των τοπικών διαφορών και αναγκών.
Αυτό έχει μεγάλη σημασία, γιατί η εμπιστοσύνη δεν είναι δευτερεύον ζήτημα. Είναι προϋπόθεση εφαρμογής πολιτικής. Ακόμη και ένα τεχνικά σωστό σχέδιο μπορεί να αποτύχει, αν οι παραγωγοί θεωρούν ότι σχεδιάστηκε χωρίς αυτούς ή εις βάρος τους.
Η κρίση εμπιστοσύνης ενισχύεται και από τις χωρικές ανισότητες που βιώνουν οι ίδιοι οι αγρότες. Η άνιση πρόσβαση σε νερό και υποδομές δημιουργεί την αίσθηση ότι ορισμένες περιοχές ή ομάδες είναι πιο προστατευμένες από άλλες. Αυτό μετατρέπεται εύκολα σε αίσθηση αδικίας και εγκατάλειψης.
Παράλληλα, οι παραγωγοί ζητούν μεγαλύτερη αναγνώριση της τοπικής γνώσης και της εμπειρίας τους. Θεωρούν ότι συχνά αντιμετωπίζονται ως αποδέκτες μέτρων και όχι ως συμμέτοχοι στη χάραξη στρατηγικής. Αυτό εξηγεί και την επιφυλακτικότητα απέναντι σε νέες πολιτικές ή τεχνολογίες. Δεν τις απορρίπτουν απαραίτητα ως ιδέα. Δυσπιστούν, όμως, για το αν θα εφαρμοστούν με δίκαιο, σταθερό και αξιόπιστο τρόπο.
Το ενδιαφέρον είναι ότι η έρευνα δεν καταγράφει πλήρη απόρριψη των θεσμών. Αντίθετα, πολλοί παραγωγοί δηλώνουν ότι θα συμμετείχαν πιο ενεργά σε μια μετάβαση, εφόσον υπήρχαν διαφάνεια, συνέχεια πολιτικής και πραγματική συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων. Άρα, η κρίση εμπιστοσύνης είναι βαθιά, αλλά δεν είναι μη αναστρέψιμη.

Από τα συμπεράσματα της έρευνας, η Θεσσαλία είναι έτοιμη για μια μεγάλη αλλαγή στο παραγωγικό μοντέλο ή κυριαρχεί η λογική της «ελεγχόμενης μετάβασης»;
Τα ευρήματα δείχνουν ότι σήμερα κυριαρχεί περισσότερο η λογική της «ελεγχόμενης μετάβασης» παρά μιας ριζικής και άμεσης ανατροπής του παραγωγικού μοντέλου. Οι παραγωγοί αναγνωρίζουν ότι η αλλαγή είναι αναπόφευκτη, όμως επιθυμούν αυτή η μετάβαση να γίνει σταδιακά, με τεχνική και οικονομική υποστήριξη και χωρίς να διακινδυνεύσει η παραγωγική συνέχεια.
Αυτό αποτυπώνεται πολύ καθαρά στα αποτελέσματα της έρευνας. Για παράδειγμα, στην Καρδίτσα το 40% των συμμετεχόντων υποστήριξε την ενίσχυση του Πηνειού από τον Αχελώο σε συνδυασμό με διασύνδεση λεκανών απορροής, ενώ το 36% προτίμησε λύσεις τοπικών φραγμάτων και ταμιευτήρων. Δηλαδή, η κυρίαρχη τάση είναι η ενίσχυση των υποδομών που θα επιτρέψουν τη συνέχιση της αρδευόμενης γεωργίας και όχι η εγκατάλειψή της.
Παράλληλα, υπάρχει διαφοροποίηση ανά περιοχή. Στη Λάρισα και στα Φάρσαλα καταγράφεται μεγαλύτερη διάθεση πειραματισμού και τεχνολογικής προσαρμογής, ενώ στη Δυτική Θεσσαλία οι παραγωγοί εμφανίζονται πιο επιφυλακτικοί και δεμένοι με τις παραδοσιακές καλλιέργειες.
Επομένως, η έρευνα δείχνει ότι η Θεσσαλία δεν απορρίπτει την αλλαγή, αλλά επιδιώκει μια μετάβαση που θα είναι κοινωνικά και οικονομικά διαχειρίσιμη. Η βασική αγωνία είναι να μη μετατραπεί η «πράσινη μετάβαση» σε μια διαδικασία που θα οδηγήσει σε απώλεια εισοδήματος, εγκατάλειψη της υπαίθρου ή ενίσχυση των ανισοτήτων.

Αν έπρεπε να ξεχωρίσετε μία άμεση προτεραιότητα για τον νομό Λάρισας, ποια θα ήταν ώστε να μη βρεθεί η αγροτική παραγωγή σε αδιέξοδο τα επόμενα χρόνια;
Αν έπρεπε να ξεχωρίσω μία κεντρική προτεραιότητα, αυτή θα ήταν η συγκρότηση ενός ολοκληρωμένου και κοινωνικά δίκαιου συστήματος διαχείρισης νερού. Το νερό είναι ο κρίσιμος παράγοντας από τον οποίο εξαρτώνται η παραγωγή, η κοινωνική συνοχή, οι καλλιεργητικές επιλογές και τελικά η βιωσιμότητα της ίδιας της Θεσσαλίας.
Η έρευνα δείχνει ότι η περιοχή αντιμετωπίζει ήδη ετήσιο υδατικό έλλειμμα άνω των 400 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων, ενώ έως το 2040 προβλέπεται μείωση των βροχοπτώσεων κατά 30% και αύξηση της αρδευτικής ζήτησης κατά 10%. Αν αυτό δεν αντιμετωπιστεί άμεσα, η πίεση στην παραγωγή θα γίνει πολύ πιο έντονη.
Το κρίσιμο σημείο, όμως, είναι ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνο τεχνικό. Το νερό και η ενέργεια πρέπει να αντιμετωπιστούν ως κοινοί πόροι και όχι απλώς ως εμπορεύματα. Αυτό σημαίνει διαφανή διακυβέρνηση, συμμετοχή των παραγωγών, δίκαιη κατανομή των πόρων και σταθερούς κανόνες.
Στην πράξη, χρειάζεται συνδυασμός υποδομών, εκσυγχρονισμού των αρδευτικών δικτύων, καλύτερης παρακολούθησης των υδροφορέων και ενεργειακής στήριξης, ώστε οι παραγωγοί να μπορούν να σχεδιάσουν μακροπρόθεσμα.
Η Θεσσαλία εξακολουθεί να διαθέτει ισχυρό παραγωγικό δυναμικό, τεχνογνωσία και κοινωνικές δυνάμεις που μπορούν να στηρίξουν μια μετάβαση. Το ερώτημα δεν είναι αν μπορεί να αλλάξει. Το ερώτημα είναι αν η αλλαγή θα γίνει έγκαιρα, οργανωμένα και με όρους κοινωνικής δικαιοσύνης.
























